Τρια χρόνια πριν.
"Ελπιδα", χαμογέλασε πλατιά τείνοντας το χερι της. Ομως εκείνος την ήξερε.
Της εγνεψε καταφατικά ως ένδειξη ειρωνείας, με ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη. Εκείνη σήκωσε το φρύδι.
"Δεν θα συστηθεις;", δεν είχαν αγνοήσει ξανά τα θέλω της. Οσο κακομαθημένη κι αν ηταν όμως, το έβρισκε λυτρωτικα ελκυστικό.
"Είμαι ο Δαυίδ και το ξέρεις", αποκρίθηκε εκείνος, βάζοντας τα δυνατά του να εμφανίσει όσα γοητευτικά χαρακτηριστικά είχε πανω του. Τα ζεστά, κάστανα του μάτια έλαμψαν στο σκοτάδι, το ημιχαμόγελο του άστραψε και οι γωνίες που τόσο αγαπούσε να επιδεικνύει, τονίστηκαν σε ενα κλείδωμα των σιαγόνων του. Ηταν μεθυστικά αλαζονας.
Το κόντρα ξυρισμένο πρόσωπό του άφηνε εκτεθειμένο το ευαίσθητο σημείο στο μάγουλό του. Εκείνη δεν άργησε να το παρατηρήσει.
"Είσαι καλά;" τον ρώτησε δείχνοντας νοητά το ίδιο σημείο στο δικό της πρόσωπο.
"Γιατί δεν σου βάζουμε ενα ποτακι πρώτα και με ρωτάς ό,τι θέλεις!;"
Το πρόσωπο της Ελπίδας έλαμψε. Αλλη μια συνάντηση που πήγε όπως αναμενόταν, σκέφτηκε.
Ο Δαυίδ κοίταξε το καφέ δερμάτινο ρολόι του καρπού του. Τρεις και ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα. Τράβηξε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και κοίταξε με θαυμασμό την παρτενέρ του. Είχε στραμμένο το βλέμμα της πέρα απο τα φρεσκοβαμμένα κάγκελα του μπαλκονιού. Στηριζόταν στην κουπαστή. Εμοιαζε τόσο αθώα, τόσο εύθραυστη. Τα κυματιστά σκούρα της μαλλιά που έπεφταν κάτω απο τους ώμους της, ηταν πιασμένα πίσω από το αριστερό της αυτί, αφήνοντας μια επαναστατημένη τούφα να σπάει την ομοιομορφία της λευκής παρειάς της. Τα λεπτά της χαρακτηριστικά δεν τσαλακώνονταν καθόλου, ανεξαρτήτως της δραστηριότητας. Ηταν πάντοτε σαν πορσελάνινη κούκλα.
"Ελπίδα", αναφώνησε χαμηλα, πλησιάζοντας το πρόσωπο της.
Γύρισε και τον κοίταξε. Το ταλαιπωρημένο βλέμμα της τον τάραξε.
"Τι έχεις;"
"Περναω πολυ ωραία μαζί σου, θα μπορούσε να πει κανείς οτι έσωσες αυτό το φιάσκο που αποκαλει η Διονυσία πάρτι." Στήριξε το σωμα της στον αγκώνα και στάθηκε να τον κοιτάζει.
"Και ποιο είναι το πρόβλημα;" την ρώτησε έκπληκτος, προσπαθώντας να βρει το λάθος του.
"Αυτό ακριβώς είναι. Δεν το βρίσκω. Περνάω πολύ ωραία μαζί σου. Οι ώρες τρέχουν σαν νερό. Και όλες τις φορες που ξενυχτούσαμε μιλώντας στο τηλέφωνο το ίδιο... Δεν θα πω ψέματα, ήρθα για να σε εντυπωσιάσω και να είσαι άλλη μια προσθήκη στις κατακτήσεις μου..." έκανε μια παύση να ανασανει. Κοίταξε το ρολόι του, την γόπα στον δρόμο κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα, για την ντροπή που ένιωσε για αυτό που σκέφτηκε. "...αλλά"
KAMU SEDANG MEMBACA
Η ζωή μετά
NonfiksiΔεν έχω όνομα. Είμαι εγώ, είμαι εσύ, είμαι η κοπέλα που δεν πίστεψε στον εαυτό της. Είμαι η κοπέλα που εύκολα ενέδωσε, που εύκολα επέτρεψε, που εύκολα κύλησε. Είμαι η κοπέλα που για να σβήσει τις άγριες θύμισες του χτες, πέφτει σε λήθαργο καταχρήσ...
