[...]
Μία ακόμη μέρα είχε ξημερώσει. Μισοάνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα δειλά μέσα από το ακόμη ζεστό πάπλωμα μου το παράθυρο, προκειμένου να μην με "χτυπήσει" το φως. Συνήθως όταν κοίταζα το φως, με πείραζε και κάθε πρωί γκρίνιαζα γι' αυτό. Ήμουν πιο πολύ του σκότους, του μαύρου. Δε μ' αρέσει το φως. Και γενικά μου την έδινε οτιδήποτε θύμιζε κάτι το υπερβολικά χαρούμενο και ψεύτικο. Αλλά όχι. Σήμερα ήθελα να νιώσω τη ζεστασιά του ήλιου να διαπερνάει το δέρμα μου έως και τα κόκκαλα μου. Ήθελα να με γεμίσει ο ήλιος ελπίδες και αισιοδοξία με αυτήν του τη ζεστασιά. Το είχα ανάγκη. Μου είχε λείψει τόσα χρόνια. Καταλάβαινα ότι αυτή η μέρα δεν ήταν σαν όλες τις άλλες. Φαινόταν διαφορετική, αλλά σινάμα και τόσο ίδια. Τα χρώματα μου φαίνονταν πιο ζωηρά, πιο παιχνιδιάρικα. Το κόκκινο του τοίχου μου έμοιαζε να φλερτάρει μαζί μου προσπαθώντας να με ξυπνήσει. Το μαύρο στον άλλο τοίχο έμοιαζε για ένα χρώμα τόσο ζωντανό. Αν και μαύρο. Όλα έχουν πάρει μια διαφορετική νότα, αλλά ταυτόχρονα τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλα έχουν παραμείνει ίδια και όλα είναι αλλαγμένα. Είναι σαν να ήταν πάντα έτσι, αλλά εγώ τώρα "ξύπνησα" και το συνειδητοποίησα. Ήταν λες και τώρα συνήλθα. Σκεπτόμενη αυτά, συνειδητοποίησα ότι τόσα χρόνια.. κοιμόμουν. Μπορεί να είχα βρει περισσότερο χρόνο για να αφιερώνω σε εμένα, αλλά δεν ζούσα. Δεν ήμουν ζωντανή.
Τράβηξα το πάπλωμα από πάνω μου και κατέβηκα αργά από το κρεβάτι. Έσυρα τα πόδια μου μέχρι την κουζίνα μέσα στην οποία έκανα μηχανικές κινήσεις προκειμένου να φτιάξω καφέ. Ήμουν εθισμένη στον καφέ. Τόσα χρόνια εδώ και ακόμα να συνηθίσω στο να πίνω τσάι. Ποτέ δε θα το συνηθίσω. Είμαι σίγουρη. Έφτιαξα τον καφέ και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Εκεί έσκυψα στο νεροχύτη, έπλυνα τα δόντια μου και έριξα νερό στο πρόσωπο μου. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα την μορφή μου. Τόσο φυσιολογική. Καθόλου ξεχωριστή. Καστανά μάτια. Καστανά μαλλιά. Οι γωνίες του προσώπου μου ήταν συνηθισμένες, δεν ήταν κάτι ξεχωριστό ή κάτι που μπορούσε να τραβήξει την προσοχή. Γενικά δεν ζητούσα την προσοχή, ίσα ίσα την απέφευγα. Απλά μερικές φορές ευχόμουν να την είχα. Από τα άτομα που με ενδιέφεραν κυρίως. Όσο κοιτούσα ακόμα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη, με το χέρι μου έψαχνα στα τυφλά την πετσέτα. Την έπιασα και σκούπισα το υγρό πλέον δέρμα μου. Έριξα μία τελευταία βιαστική ματιά στο είδωλο μου ελπίζοντας πως κάτι θα είχε αλλάξει και γύρισα την πλάτη μου και έφυγα.
Καθώς περπατούσα προς την κουζίνα, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Είναι 8 το πρωί. Ποιός μπορεί να είναι; Η Lousia, η άλλη καινούρια σερβιτόρα η οποία ήρθε στη θέση της Chloe και με την οποία έχουμε γίνει φίλες, τέτοια ώρα θα κοιμάται και μετά από τόση κούραση. Έφτασα στην πόρτα και την άνοιξα. Δεν ήταν κανένας. Έκανα ένα βήμα μπροστά και κοίταξα δεξιά και αριστερά. Κανένας. Γύρισα να μπω μέσα και τότε είδα ένα χαρτάκι κολλημένο στην πόρτα μου. Με ωραία, καλλιγραφικά γράμματα έγραφε "You're so beautiful today. Like everyday." και δίπλα του είχε κολλημένη μία άσπρη μαργαρίτα. Το αγαπημένο μου λουλούδι. Αλλά.. πο-ποιος ήταν; Και πως.. ήξερε για το λουλούδι; Και που με είδε; Η χαρά μετατράπηκε σε ανησυχία και η ανησυχία σε φόβο. Μπήκα μέσα, έκλεισα την πόρτα και έμεινα να κρατάω τη μαργαρίτα. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα ότι δεν ήμουν ασφαλής στο ίδιο μου το σπίτι. Το σπίτι μου πάντα ήταν το καταφύγιο μου. Και τώρα;
YOU ARE READING
Moments
FanfictionΣτιγμές.. Τι είναι οι στιγμές τελικά; Οι στιγμές είναι ένα τίποτα, αλλά ταυτοχρόνως τα πάντα. Περνάνε τόσο γρήγορα. Γλιστράνε και χάνονται. Είναι παντού γύρω σου και είναι τα πάντα γύρω σου. Είναι τα χρόνια σου, οι μέρες σου, τα λεπτά σου, τα δευτερ...
