Κεφάλαιο 1

210 17 3
                                    

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή σου που δε σε καθορίζουν, μα γράφονται βαθιά στη μνήμη σου. Υπάρχουν και κάποιες άλλες που θες δεν θες, σε αλλάζουν ολόκληρο. Για τη δεύτερη περίπτωση, έχω να σας διηγηθώ την απίθανη ιστορία του κύριου Κ.

Το όνομά του ήταν Κώστας. Τον λέω κύριο Κ, γιατί ο ίδιος μου συστήθηκε κάποτε έτσι. Ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να μάθω το επίθετό του. Δεν χρειάστηκε άλλωστε. Γνωριστήκαμε τυχαία πριν δέκα ολόκληρα καλοκαίρια σε ένα μακρινό χωριό της Ηπείρου. Βρισκόμουν εκεί για δουλειά. Θα έμενα δύο εβδομάδες για τη μελέτη και τη σχεδίαση ενός κτιρίου που προοριζόταν για πολιτιστικό κέντρο. Ήμουν ένα νεαρός βοηθός αρχιτέκτονα, που μόλις είχε βγει από τη σχολή και η ευκαρία να βρεθώ στην Ήπειρο και να θαυμάσω από κοντά πολλά από τα αρχιτεκτονικά θαύματα, χτισμένα στην πέτρα, δεν με άφηνε αδιάφορο.

Τον γνώρισα μόλις το πρώτο απόγευμα σε εκείνο το χωριό. Μόλις είχα κάνει την πρώτη αυτοψία στον χώρο που προοριζόταν από την αδελφότητα για πολιτιστικό κέντρο. Οι άνθρωποι ήθελαν περισσότερο έναν ξενώνα, μα ήθελαν να υπάχει και αίθουσα εκδηλώσεων, βιβλιοθήκη και ένα μικρό λαογραφικό μουσείο. Ο χώρος ήταν μεγάλος. Τελειώνοντας η ξενάγηση, ζήτησα να περπατήσω μέχρι την είσοδο του χωριού, εκεί που η πινακίδα έγραφε «Καλώς ήλθατε». Ήμουν πεπεισμένος πως ένα κομμάτι του χώρου φαινόταν από εκεί και ήθελα να το δω για να αρχίσω να σκέφτομαι πως θα ήθελα να φαίνεται από την είσοδο του χωριού.

Φθάνοντας εκεί, τον είδα για πρώτη φορά. Καθόταν σε ένα ξύλινο παγκάκι, κάτω από μία θεόρατη βελανιδιά και κοιτούσε τον γκρεμό από κάτω. Η θέα ήταν εκπληκτική. Το δάσος απλωνόταν σε όλο του το πράσινο μεγαλείο και στιγμές στιγμές έβλεπες το ποτάμι να το διαπερνά. Μπορούσες να ακούσεις και τον ήχο, τόση ησυχία είχε. Πλησίαζα από πίσω, οπότε μίλησα πριν πλησιάσω πολύ και τον τρομάξω.

«Καλησπέρα. Σας πειράζει να κάτσω λίγο εδώ;»

Εκείνος γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασε. Δεν είπε κάτι, αλλά μου έγνεψε πως δεν έχει πρόβλημα. Ήξερα πως οι ηλικιωμένοι, ειδικά στην επαρχία, μπορούσαν να είναι λιγομίλητοι και δύστροποι πολλές φορές κι έτσι δεν επέμεινα παραπάνω. Έβγαλα από το σακίδιο μου τη φωτογραφική μου μηχανή και ξεκίνησα να βγάζω φωτογραφίες. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να με κοιτάζει. Φοβήθηκα ότι θα ξεκινούσε ένα γαϊτανάκι ερωτήσεων κι όμως διαψεύστηκα. Ήμουν εκεί περίπου μισή ώρα και δεν με ενόχλησε καθόλου. Κοιτούσε τον γκρεμό και τα δέντρα. Προς στιγμήν σκέφτηκα ότι θέλει να αυτοκτονήσει και αποφάσισα γυρνώντας στο χωριό να ενημερώσω τους ανθρώπους. Φεύγοντας τον χαιρέτησα και εκείνος μου έγνευσε.

Στην επιστροφή, κοιτούσα συνεχώς προς το παγκάκι φοβούμενος ότι ο άντρας θα κάνει το βήμα. Μα εκείνος έμεινε εκεί, ατάραχος και κοιτούσε το κενό.

Μόλις έφτασα πίσω στην κεντρική πλατεία του χωριού, ενημέρωσα έναν νεαρό άντρα.

«Τον κυρ Κώστα είδες, πάει εκεί κάθε απόγευμα και κάθεται με τις ώρες χειμώνα καλοκαίρι. Το βράδυ επιστρέφει σπίτι του.»

«Δεν έχει συγγενείς;», ρώτησα προσπαθώντας να καταλάβω πως ένας ηλικιωμένος άντρας πάει εκεί κάθε μέρα. Και εντάξει το καλοκαίρι, όπως τώρα. Τον χειμώνα;

«Η γυναίκα του έχει πεθάνει σε ένα δυστύχημα και παιδιά δεν απόκτησαν ποτέ.»

«Δυστύχημα;»

«Ναι, λένε πως έπεσε από εκείνο το σημείο στο γκρεμό κάτω. Δεν βρήκαν ποτέ το πτώμα της, πιστεύουν πως το παρέσυρε το ποτάμι.»

Ακούγοντας την τελευταία απάντηση μπόρεσα να κατανοήσω πολύ παραπάνω το γιατί αυτός ο άντρας πάει και κάθεται συνέχεια εκεί. Ήταν στενάχωρο θέμα. Το έβαλα στην άκρη του μυαλού για το υπόλοιπο βράδυ. Ζήτησα να μου φέρουν κάτι να φάω και κατευθύνθηκα στο δωμάτιό μου. Είχα δουλειά να κάνω και ήταν μόνο η πρώτη μέρα.

Το παγκάκι στην άκρη του γκρεμού. (Ιστορία μικρού μήκους)Όπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα