.

9 0 0
                                        

Ο ήχος του γέλιου που ερχόταν από το δρόμο και περνούσε από το ανοιχτό παράθυρο τον έκανε να νιώθει ακόμη πιο μόνος σ' αυτή την καινούρια πόλη. Θα ήταν η καινούρια αρχή τους. Το καινούριο σπίτι, η καθαρή ατμόσφαιρα, τα άγνωστα πρόσωπα. Σαν το γέλιο που ακουγόταν τώρα έτσι αντηχούσαν στα άδεια δωμάτια του διαμερίσματος. Τα γέμισαν φυσικά με έπιπλα αργότερα και με χαμόγελα και με αναμνήσεις.

Όμως δεν φαίνεται. Η μοναξιά ξέρει να κρύβεται. Είναι πονηρή. Και όταν άρχισε να συμβαίνει προτού τη νέα πόλη. Άρχισε να εμφανίζεται τα βράδια. Ήταν πολλές οι φορές που έμενε ως αργά για να τελειώσει ένα πίνακα. Μιας και το φως του ήλιου παραποιούσε τα χρώματα είχε βάλει βαριές κουρτίνες στα παράθυρα του στούντιο. Και τότε τον συναντούσε, τον πλησίαζε σαν δαίμονας από την άκρη του κρεβατιού του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια του, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Τα μάτια του δάκρυζαν και προσπαθώντας να μην ενοχλήσει κολλούσε στο πλάι του θερμού σώματος δίπλα του. Εκεί ήταν καλά. Εκεί δεν φοβόταν τόσο. Οι σταθερές ανάσες δίπλα στο αυτί του έπαυαν τις σκέψεις του μυαλού του. Ήθελε την ασφάλεια αυτή. Την ήθελε και αργότερα τη χρειαζόταν. Εθισμένος. Για να μπορεί να κουνηθεί, να μπορεί να κλείσει τα μάτια του, να μπορεί να αναπνεύσει. Του πέρασε η σκέψη, μαζί με τις τόσες άλλες, ότι αγαπούσε την αναπνοή και όχι το ίδιο το άτομο δίπλα του. Ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν βλαβερό. Ήξερε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να τους κατέστρεφε, να έφθειρε τον εαυτό του. Γι' αυτό με ένα κούνημα του κεφαλιού του και με τη δικαιολογία των γελοίων σκέψεων το αρνούταν.

Τα μάτια του είχαν συνηθίσει στο σκοτάδι. Το βλέμμα του εστιασμένο σε ένα σημείο μιας λάμπας που κρεμόταν από το ταβάνι. Το κοιτούσε και δεν έβλεπε τίποτα ταυτόχρονα. Δεν ήταν από εκείνες τις νύχτες. Δεν έχανε το μυαλό του. Ήταν από εκείνες που φοβόταν. Φοβόταν μην πνιγεί.

Τα πόδια του ακούμπησαν στο πάτωμα και με μερικά βήματα βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο της μπαλκονόπορτας. Την άνοιξε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα του. Στήριξε το βάρος του στα κάγκελα του μικρού μπαλκονιού. Πίσω από μια γλάστρα, δώρο της μητέρας του για το καινούριο σπίτι, έκρυβε ένα πακέτο τσιγάρα. Μάλωναν συχνά γι' αυτό. Πήρε στο χέρι του ένα από τα φύλλα του φυτού και αυτό έσπασε ανάμεσα στα δάχτυλά του σε θρύψαλα. Άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε τον καπνό να φεύγει από το στόμα μαζί με τον νυχτερινό αέρα. Δεν ήξερε αν ήταν ο καπνός, ο παγωμένος αέρας ή η τρύπα στο στήθος του που έκανε τα πνευμόνια του να καίνε. Γιατί ήταν μια τρύπα η μοναξιά του. Ένα βαθύ πηγάδι, υγρό και σκοτεινό, και αυτός παγιδευμένος πνιγόταν. Πνιγόταν, πνιγόταν, πνιγόταν. Με τα φώτα της πόλης όλα στραμμένα πάνω του. Οι ρόδες που τριβόταν στην άσφαλτο έφταναν στα αυτιά του σαν χειροκρότημα. Τα αστέρια το θορυβώδες κοινό. Το φεγγάρι τον κοιτούσε περιφρονητικά σαν κριτής. Εκτεθειμένος μπροστά σε όλους. Η πόλη του τον αποθέωνε.

Δύο χέρια κράτησαν τα μπράτσα του, μια ανάσα στο λαιμό του και δύο χείλια ακούμπησαν τον ώμο του.

Σαν συνήθεια των μυών του, έφερε απότομα την παλάμη του σκουπίζοντας τα δάκρια του.

«Είσαι ξύπνιος» άκουσε τη φωνή πάνω στο δέρμα του.

Κούνησε το κεφάλι του και πήρε μια ανάσα στο τσιγάρο. «Δεν μπορούσα» η πρόταση έσβησε εκεί και σχεδόν ξαφνιάστηκε από τη βραχνή φωνή του.

«Είσαι κρύος»

Το βλέμμα του έπεσε στο σώμα του και τότε συνειδητοποίησε ότι δεν φορούσε τίποτα. Ένευσε καταφατικά σαν να μην ήταν προφανές.

«Κοίταξέ με»

Το βλέμμα του βρήκε ένα ζευγάρι μάτια. Ήταν φωτεινά, λαμπίριζαν. Το φως της πόλης τους ταίριαζε.

Λεπτά δάχτυλα χάιδεψαν απαλά το λαιμό του, το σαγόνι του και έμειναν στα μάγουλά του. Έφερε τους αντίχειρες κάτω από τα μάτια του σκουπίζοντας τα ήδη στεγνά δάκρια.

«Άφησε με» ψιθύρισε «Άφησε με να σε βοηθήσω»

Ένευσε αρνητικά και απέσπασε τα χέρια από το πρόσωπό του.

[«Το ξέρεις ότι σ' αγαπώ;» του είπε.

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ.]

Έπεσε ησυχία. Άκουσε ένα ακόμα τσιγάρο ν' ανάβει.

«Θυμάσαι που ήμασταν μικρά;» τον σκούντηξε και οι άκρες των χειλιών του είχαν σηκωθεί ελαφρά.

«Θυμάσαι πως μας λέγαν;» ρώτησε με τη βραχνή φωνή του.

«Κάτι με τσάντες δεν ήταν; Όχι με σακούλες. Σακουλό- σακουλό-»

«Σακουλοπαπούτσια;»

Έριξε το κεφάλι του για πίσω με ένα γέλιο.

«Σακουλοπαπούτσια!»

«Μια μέρα ήρθα στο σχολείο με γύψο στον αστράγαλό μου. Η μαμά μου το είχε μέσα σε μια σακούλα για να μην λερωθεί. Γέλασες τόσο πολύ που θύμωσα μαζί σου και δεν σου μιλούσα για μια μέρα παρόλο που ήσουν το μόνο άτομο που μου έκανε παρέα. Την επόμενη μέρα φορούσες δύο σακούλες αντί για παπούτσια»

«Σακουλοπαπούτσια» συμφώνησε για άλλη μια φορά.

«Θα κατακτούσαμε τον κόσμο»

«Θα σώζαμε τον κόσμο» τον διόρθωσε «Από το μεγάλο κακό που τρομοκρατεί τον πλανήτη Γη»

Η σιωπή τους ήταν ελαφριά και μικρά νοσταλγικά χαμόγελα υπήρχαν στα πρόσωπά τους.

Όταν ήσουν μικρός, όταν δεν σε βασάνιζαν οι σκέψεις, όταν ήσουν ελεύθερος. Από ήρωας είσαι πια ο αβοήθητος κομπάρσος που κοιτάει από τα παρασκήνια. Ο κόσμος σίγουρα δεν θα σωθεί από σένα.

«Μην το σκέφτεσαι» του είπε χαμογελώντας «Όλοι έχουμε αυτό το μικρό 'Θα σώσω τον κόσμο' μέσα μας. Γι' αυτό είσαι εδώ, γι' αυτό ζωγραφίζεις. Θέλω να ξέρεις ότι δεν πειράζει αν δεν σώσεις τον κόσμο. Αν σώσεις μόνο ένα άτομο και αν αυτό είσαι εσύ.»

ΣακουλοπαπούτσιαBağımlısı olacağınız hikayeler. Şimdi keşfedin