Ποίος είσαι εσύ;

17 2 0
                                        

-Μαμά! Φεύγω, θα γυρίσω εγκαίρως για το γεύμα το βράδυ. Σ'αγαπώ!

Και η πόρτα έκλεισε σιγά πίσω της Emily που βιάστηκα τώρα έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο για την δουλειά της.

-Ουφ! Στο τσακ πρόλαβα πάλι. Τουλάχιστον, έχω ακόμα για να ξεκινήσει η βάρδια μου 20 λεπτά.

Βρίσκοντας μια άδεια θέση λίγο πιο μπροστά της κάθισε, ακούγοντας ακόμα την καρδιά της να ηχεί δυνατά από την βιασύνη της να προλάβει το λεωφορείο. Κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Της άρεσε πολύ να φοράει τα λευκά ακουστικά της και να παρατηρεί τον κόσμο να κινείτε στους δρόμους, τον γαλάζιο ουρανό αλλά και τις ηλιαχτίδες που έλουσαν την κατάμαυρη άσφαλτο του δρόμου Cockspur στο Λονδίνο. Η στάση της Emily πλέον είχε φθάσει και σε μόλις 5 λεπτά έπιανε δουλειά.

Το μαγαζί που εργάζονταν η νεαρή κοπέλα βρισκόταν μόλις 7 λεπτά από την Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Ήταν ένα μικρό ζαχαροπλαστειο βγαλμένο από παραμύθι στην γωνία του δρόμου. "Γλυκό ψωμάκι" λέγονταν. Είχε χώρο στο πεζοδρόμιο για όσους επιθυμούσαν να απολαύσουν ένα ζεστό τσάι κάτω από ένα πλατάνι που υπήρχε δίπλα στο μαγαζί. Το μαγαζί πλημμυρίζε από χρώμα...καρεκλες από σίδερο φτιαγμένες είχαν κίτρινο χρώμα, ενώ τα τραπεζάκια παλαιού τύπου ήταν λευκά.

Μόλις έχω ξεκινήσει την δουλειά, βρίσκομαι πίσω από τον λευκό πάγκο φορώντας την μπεζ χρώματος ποδιά μου. Τα μαλλιά μου σπαστά, ανάλαφρα πιασμένα σε μια χαμηλή αλογοουρά.

-Bob δεν βλέπω να έχει πολύ δουλειά σήμερα.
-Ήρθες εσύ και άδειασε το μαγαζί. Γέλασε χλευαστικά και συνέχισε να με πειράζει, βάζοντας μικρά σοκολατένια τσουρεκάκια στην βιτρίνα.

Εκείνη την ώρα ακούστηκε το κουδουνάκι στην πόρτα. Κάποιος πελάτης μπήκε στο μαγαζί... γύρισα να δω ποιος είναι. Στο κατάστημα σύχναζαν άνθρωποι της γειτονιάς... Όμως αυτός δεν είχε ξαναέρθει ποτέ. Μου τράβηξε κατευθείαν την προσοχή. Ήταν καλοντυμένος, αλλά όχι με κουστούμι. Είχε έναν περίεργο αέρα, ήταν μυστήριος. Το βλέμμα του ήταν σαν ρεύμα. Ναι! Έτσι ένιωσα όταν σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε, σαν να με χτύπησε ρεύμα. Είχε καστανόξανθα μαλλιά, ενώ τα μάτια του στο φως της μέρας έμοιαζαν πράσινα. Έμοιαζε κοντά στην ηλικία μου, ίσως και λίγο μεγαλύτερος. Περίπου 25.

-Καλημέρα. Τι να σας βάλω; Τον ρώτησα, προσπαθώντας να σταματήσω να τον κοιτάω σαν είμαι καμία παράξενη.
-Καλημέρα, θα μπορούσατε να μου κάνετε ένα καφέ; espresso μέτριο, αν γίνετε. Θα κάθομαι έξω.
-Φυσικά θα σας τον φέρω εκεί! Άρχισα λοιπόν να ετοιμάζω τον καφέ καθώς ένιωθα ένα περίεργο συναίσθημα να με κατακλύζει ολόκληρη. Του πήγα λοιπόν τον καφέ στο τραπέζι που καθόταν και διακριτικά τον ρώτησα...
-Είστε καινούργιος στην γειτονιά;
-Ναι. Μετακόμισα εδώ και μια βδομάδα και τώρα άρχισα να μαθαίνω το μέρος.
-Ωραία,καλή αρχή λοιπόν! εμ...αν θελήσετε κάτι άλλο μπορείτε να με φωνάξετε
-Φυσικά.
Έκανα να φύγω όταν...
-Συγνώμη, είμαι πολύ αγενής. Ξέχασα να σε ρωτήσω ποιο είναι το όνομα σου; Τώρα που μετακόμισα εδώ, είμαι λίγο χαμένος.
-Δεν είσαι αγενής. Emily με λένε, εσένα;
-Adam. Χάρηκα για την γνωριμία!
-Και εγώ! Χαμογέλασα και μπήκα μέσα στο μαγαζί ακούγοντας την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.

Τον παρατηρούσα καθισμένη πίσω από τον πάγκο με τα γλυκά... Είναι τόσο όμορφος και ευγενικός σκεφτόμουν. Αλλά φαίνεται σοβαρός, οχι ανώριμος. Άραγε να είναι ελεύθερος; Και αν ναι, σιγά μην προσέξει μια κοπέλα που σερβίρει κουλουράκια και φτιάχνει καφέδες. Πως θα γίνει να μάθαινα περισσότερα γιαυτόν;

Το βράδυ γύρισα σπίτι.
-Γύρισα! Φώναξα καθώς έβγαζα τα παπούτσια μου στο χολ του σπιτιού. Το σπίτι μας δεν ήταν και ιδιαίτερα μεγάλο, αποτελούταν από το σαλόνι που ήταν ευρύχωρο σε σχέση με τα υπόλοιπα δωμάτια, την κουζίνα, το μπάνιο και τα υπνοδωμάτια μας. Την μητέρα μου την λεγανε Elisabeth, είχαμε πολύ καλές σχέσεις. Ήμασταν φίλες! Τον πατέρα μου τον έλεγαν Jared και ήταν πάντα πρόθυμος να μας βοηθήσει σε ότι επιθυμούσαμε. Είχα και ένα μικρότερο αδελφό, τον Tyler, μικρός και ενοχλητικός αλλά τον αγαπώ πολύ! Α ναι! Και το μικρό μου σκυλάκι, ο Oscar. Παιχνιδιάρης όπως πάντα με υποδέχτηκε πρώτος.
-Γειά σου καλή μου! Με χαιρέτησε η μητέρα μου δίνοντας μου ένα φιλί στο μάγουλο. Σε περιμένουμε στο τραπέζι.
-Πάω να πλύνω τα χέρια μου και έρχομαι!

Το δείπνο τελείωσε, και στις 11.00 μ.μ βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι μου. Ανοιξα τον υπολογιστή μου και έψαξα στην τοποθεσία του καταστήματος που δούλευα αν υπήρχε κάποιο σχετικό check in από αυτόν. Τίποτα.
Φόρεσα τα ακούστηκα μου και έβαλα μουσική, όπως συνήθιζα να χαλαρώνω με αυτόν τον τρόπο.

Σε σκεφτόμουν όλο το βράδυ, προσπαθούσα να καταλάβω πως γίνεται να μου προκάλεσες τόσο δυνατά αισθήματα από την αρχή. Δεν ήξερα τι μου γινότανε, πριν καλά καλά το καταλάβω σε φαντάστηκα δίπλα μου. Να με χαϊδεύεις και να με φιλάς στον λαιμό. Θα τρελαθώ άμα δεν τον δω σύντομα σκέφτηκα και μετά από λίγο αποκοιμήθηκα ξεχνώντας το κινητό ανοιχτό να προσπερνάει τραγούδια ατελείωτα όλη την νύχτα.

Blue Rose Stories to obsess over. Discover now