Κεφάλαιο 1

271 33 28
                                        

Ο ήχος από τις βόμβες που έσκαγαν με μανία στο έδαφος ακουγόταν πιο πολύ αυτήν την περίοδο. Όλα τον τελευταίο καιρό είχαν αγριέψει πιο πολύ, περισσότερες βόμβες έπεφταν, περισσότεροι νεκροί ήταν μαζεμένοι το κέντρο της πόλης, όπου από εκεί οι συγγενείς τους πήγαιναν να τους αναγνωρίσουν και να τους πάρουν για να τους κάνουν μια κηδεία όπως θα τους άρμοζε, ακόμη πιο πολλά παιδιά τρέχουν στους δρόμους και φωνάζουν δυνατά τα ονόματα των γονιών τους ελπίζοντας ότι θα τους βρουν αλλά κάποιοι από αυτούς βρίσκονται ανάμεσα στους πεθαμένους. Όλα είναι μια τραγωδία, γίνετε ένας πόλεμος μόνο και μόνο επειδή το αποφάσισαν δύο άνθρωποι και κανένας από αυτούς τους δύο δεν έχει δώσει ένα τέλος. Εδώ και δέκα χρόνια συμβαίνουν τα ίδια, μπορεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα όλα να ηρεμούν αλλά μετά από λίγο πάλι τα ίδια. Το μόνο που βλέπει ο κόσμος είναι αίμα , νεκρούς και τον μαύρο ουρανό, του οποίου το γαλάζιο χρώμα έχει χαθεί από τις βόμβες.

Η έντονη μυρωδιά από το μπαρούτι κάνει την αίσθηση της εδώ και τόσα χρόνια. Κάθε βράδυ κανένας δεν ξέρει αν θα προλάβει να δει το φως της επόμενης μέρας, κανένας δεν ξέρει αν θα ξαναδεί τα παιδιά του την γυναίκα του. Όλος ο κόσμος έχει απελπιστεί, όλοι θέλουν να δώσουν ένα τέλος σε όλο αυτό αλλά όποιοι προσπάθησαν να το κάνουν σκοτώθηκαν. Τα αποθέματα τροφής είχαν τελειώσει και δεν είχε μείνει τίποτα για να φάει ο πεινασμένος κόσμος, όλα τα χωράφια είχαν καταστραφεί όλες οι αποθήκες με τα φαγητά είχαν καταστραφεί, όλα τα ζώα σκοτώνονταν το ένα μετά το άλλο από πεινασμένους πολίτες, όλες οι λίμνες και τα ποτάμια είχαν καταστραφεί και το νερό τους είχε χαθεί. Η ανάγκη των ανθρώπων για νερό τους έκανε να περπατούν μέρες και νύχτες ολόκληρες για να φέρουν στην οικογένεια τους ακόμα και ένα μικρό μπουκάλι με νερό. Τίποτα πια δεν είναι ελεύθερο, όλα είναι απαγορευμένα και αν όχι απαγορευμένα τότε είναι δύσκολο και σχεδόν ακατόρθωτο να γίνουν. Κανένα παιδί δεν πάει σχολείο πια, όλα τα σχολεία έχουν κλείσει. Βέβαια αυτό είναι το λιγότερο μιας και κανένα από αυτά δεν ξέρει αν θα μεγαλώσει.

Κάθε μέρα γεννιούνται πολλά παιδιά και τα περισσότερα από αυτά πεθαίνουν. Τα αέρια που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα εμποδίζουν τα νεογέννητα να μείνουν στην ζωή μιας και από την πρώτη στιγμή που θα τα εισπνεύσουν χάνουν την ζωή τους. Όσα βέβαια από αυτά ζήσουν ή πεθαίνουν μετά από λίγες μέρες ή οι γονείς τους τα μεγαλώνουν και προσπαθούν να τα προστατεύσουν, μάταια όμως. Πολλοί από τους γονείς αποφασίζουν να πετάξουν τα μωρά τους την ωρα που θα γεννηθούν για να μην ζήσουν μια τέτοια ζωή. Όλοι παίρνουν μια απόφαση για το τι θα κάνουν με τα νεογέννητα και οι περισσότεροι από αυτούς μετά από λίγο καιρό μετανιώνουν για την απόφαση που είχαν πάρει μόλις γεννήθηκε το παιδί τους. Πάντα όμως, όσοι κρατούν τα μωρά τους στην ζωή, ελπίζουν πως ο κόσμος αύριο θα αλλάξει και πως όλοι θα ζουν ειρηνικά μεταξύ τους. Τίποτα δεν είναι αναμενόμενο πια, το κάθε τι μέρα με την μέρα παίρνει διαφορετική τροπή.

Μια ομάδα δεκαοχτάχρονων κοριτσιών πήγε στο κέντρο της πόλης για να δει μήπως κάποιος από τους νεκρούς είναι δικός τους άνθρωπος. Όλες κοιτούσαν τα πτώματα ξανά και ξανά για να επιβεβαιωθούν ότι δεν ήταν κάποιος συγγενείς του. Ένα δυνατό κλάμα και τα ουρλιαχτά απελπισίας και στεναχώριας ακούστηκαν, λίγο πιο πέρα από όλα τα κορίτσια. Τότε όλα με γρήγορα βήματα πήγαν προς το κορίτσι που έκλαιγε και χτυπούσε το έδαφος με δύναμη. Ήταν ένα κορίτσι που τα ρούχα του ήταν σκισμένα και ήταν έτοιμα να πέσουν από πάνω της και τα παπούτσια της ήθελαν λίγο ακόμα και θα σκίζονταν τελείως. Καθόταν ανάμεσα από δύο πτώματα, το ένα ήταν ενός άνδρα και το άλλο μιας γυναίκας και οι δύο λίγο μεγάλοι σε ηλικία. Όλα πρόδιδαν ότι τα δύο αυτά πτώματα ήταν οι δύο γονείς της. Η κοπέλα συνέχισε να κλαίει και να φωνάζει. Πίσω της κάποιες από της κοπέλες που μάλλον την ήξεραν έλεγαν, πως αυτή είναι η Έλενα και οι δύο νεκροί οι γονείς της, και πως τώρα πια δεν θα έχει που να μείνει αφού πέθαναν και οι δύο.

Μια ξανθιά κοπέλα έτρεχε προς το μέρος που είχαν μαζευτεί όλες οι άλλες κοπέλες. Όταν έφτασε κοντά του, ήταν λαχανιασμένη και προσπαθούσε να τους πει κάτι αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα της. Τα κορίτσια της να ηρεμήσει για λίγο και όταν το κάνει να τους πει τι θέλει. Αυτή συμφώνησε και έπαιρνε βαθιές ανάσες. Μια σφαίρα ήρθε από την πίσω πλευρά και καρφώθηκε βαθιά στην καρδιά της ξανθιάς κοπέλας, τότε η κοπέλα έπεσε αναίσθητη κάτω και όλα τα άλλα κορίτσια άρχισαν να τρέχουν το κάθε ένα σε διαφορετικό μέρος. Μια από αυτές τράβηξε την Έλενα με δύναμη και την πήρε μαζί της μιας και αν την άφηνε εκεί θα την σκότωναν και αυτή. Εκείνη την στιγμή επικρατούσε ένα χάος, κάποια από τα κορίτσια ενημέρωσε έναν μεγάλο ότι εισέβαλαν στην περιοχή και αυτός πάτησε τον κόκκινο συναγερμό. Η ξανθιά κοπέλα, ήταν ακόμα εκεί όπου την πέτυχε η σφαίρα και το αίμα της έβγαινε από τον οργανισμό της με μανία προς τα έξω, και γύρω της γέμισε από το αίμα της.

Όλοι με το άκουσμα του κόκκινου συναγερμού κλείστηκαν στα σπίτια τους και κλείδωσαν τις πόρτες. Ό στρατός της περιοχής άρχισε να κάνει περιπολίες παντού για να βρουν αυτούς που είχαν εισβάλει στην περιοχή τους. Ξαφνικά, άρχισαν να πέφτουν βόμβες και ο κάθε στρατιώτης πέθαινε πριν καν προλάβει να τρέξει. Μετά από αρκετή ώρα οι βόμβες σταμάτησαν να πέφτουν και όλοι οι στρατιώτες είχαν πεθάνει και το αίμα τους γέμιζε τους δρόμους. Οι άνθρωποι που είχαν κλειστεί στα σπίτια, βγήκαν όλοι έξω και έψαχναν μήπως κάποιος από τους στρατιώτες ζούσε ακόμα για να τον βοηθήσουν για να ζήσει. Δεν βρέθηκε σχεδόν κανένας ζωντανός, για άλλη μια φορά ο στρατός ήταν ανίκανος να νικήσει τους εχθρούς με αποτέλεσμα να ηττηθεί πάλι.

Crown Of Blood.Stories to obsess over. Discover now