1. Αν (Ο Παπακαλιάτης ήταν γκέι)

12 0 0
                                        

  Τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον πολυσύχναστο δρόμο της οδού Κηφισίας, πρόβαλαν μία αρκετά μελαγχολική και σχεδόν μοναχική ατμόσφαιρα στο διαμέρισμα του Χριστόφορου. Είχε στηριχτεί πάνω στο Γυαλί του πολυτελέστατου ρετιρέ του και χάζευε την κίνηση και τον έναστρο ουρανό. Τράβηξε μία τζούρα από το τσιγάρο του. Ο κόσμος έξω ήταν άπειρος, όμως εκείνος μόνος.

  Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που είχε πάρει διαζύγιο με την γυναίκα του, Ζέτα Μακρυπούλια που παίζανε μαζί στο "4" που και εκεί είχαν πάρει διαζύγιο.

Ήταν ολοκληρωτικά δική του απόφαση. Δεν ένιωθε πια χαρούμενος. Δεν ένιωθε ότι ζούσε την ζωή που εκείνος ήθελε να ζήσει. Ναι, ίσως είχε καταστρέψει μια ζωή που είχε χτίσει, μια οικογένεια, όμως ένιωθε πως αυτό ήταν το σωστό.

  Είχε τα πάντα. Μια όμορφη γυναίκα, μια καλή και σίγουρη δουλειά, δύο αδέλφια που τα αγαπούσε. Γιατί όλα αυτά δεν του έφταναν;

Θυμόταν τον εαυτό του από παιδί, που ήταν πάντα μοναχικός και λίγο καταθλιπτικός. Δεν ένιωσε ποτέ του την χαρά. Ποτέ του δεν ένιωσε ολόκληρος. (Γι'αυτό πηδάει τόσες γκόμενες)   Σαν...πάντα να του έλειπε κάτι.

  Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη που ήταν δίπλα του. Ένιωθε μίσος για το είδωλο του.
«Τι κατάλαβες; Ένας μαλάκας είσαι.» Είπε στον εαυτό του και πέταξε το πλέον τελειωμένο τσιγάρο του. Ένα χτύπημα στην πόρτα τον ξάφνιασε. Έφτιαξε βιαστικά τα μαλλιά του και πλησίασε. Άνοιξε την πόρτα σαν να κουβαλούσε τσιμέντο.

Αντίκρισε έναν άνδρα, λίγο πιο κοντό από εκείνον. Ο άνδρας του χαμογέλασε. «Καλησπέρα. Ε, συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας αλλά... Μόλις μετακόμισα στο δίπλα διαμέρισμα. Είστε ο γείτονας μου.»

Ο άνδρας μιλούσε πολύ γρήγορα πράγμα που έκανε τον Χριστόφορο να ζαλιστεί, προσπαθώντας να τον ακολουθήσει σε αυτά που έλεγε. «Γείτονας;» Ρώτησε με δυσκολία.
«Ναι. Η οικογένεια που έμενε εδώ πριν από εμένα βρήκαν μεγαλύτερο σπίτι. Έτσι το πήρα εγώ. Με λένε Οδυσσέα.» Του έδωσε το χέρι του. Ο Χριστόφορος έμεινε να το κοιτάζει προσπαθώντας να μη πέσει κάτω από την ζαλάδα. «Χριστόφορος.» Ανταπέδωσε στην χειραψία. Ο Οδυσσέας χαμογέλασε περίεργα για άλλη μια φορά. «Πρέπει να πηγαίνω. Θα τα ξαναπούμε, έτσι;»

  Ο Χριστόφορος έγνεψε καταφατικά και έκλεισε βιαστικά την πόρτα. Χωρίς να το καταλάβει έπεσε στον καναπέ και κοιμήθηκε κατευθείαν.

You've reached the end of published parts.

⏰ Last updated: Sep 06, 2018 ⏰

Add this story to your Library to get notified about new parts!

FailficsStories to obsess over. Discover now