4/11/2016.
Οι παλμοί της καρδιάς μου χόρευαν, ακολουθώντας κάθε άκρο του σώματος μου. Ο πόνος πλέον είχε χαθεί ανάμεσα στα ηχητικά κύματα αυτού του μωβ δωματίου. Το οξυγόνο όλο και χάνονταν. Κάθε εκπνοή εδώ μέσα έδινε στο δέρμα σου ρεύματα ζεστασιάς.
Το μυαλό μου πλέον μαζί με τον πόνο είχε χαθεί σε κάθε γωνιά αυτού του μαγαζιού. Το πολύτιμο μου όργανο ωστόσο αύξανε τους ρυθμούς της μουσικής του κάνοντας με πιο τερας. Πιο αηδιαστική από όσο είμαι.
Η βρώμα είχε εξαπλωθεί σε όλο μου το σώμα φέρνοντας δίψα στο στόμα μου. Στην πηγή της γλώσσας.
Σταμάτησα να κινούμαι και έκανα νόημα στην κολλητή μου ότι θα πήγαινα κάπου. Ήξερε ότι το χρειαζόμουν.
Ήταν και αυτός εδώ. Το ναρκωτικό μου.
Πέρασα προς τον διάδρομο ο οποίος ήταν γεμάτος στον κόσμο. Όντα γύρω μου προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μείνουν ζωντανοί σε αυτόν τον πόλεμο. Ανάμεσα στο μπλε και στο ρωζ. Καθώς πήγαινα προς την αντίθετη κατεύθηνση κόλλησα πάνω σε ένα σώμα. Η ψυχή μου γέμισε με το άρωμα του.
Σήκωσα τα βλέμμα μου ψιλά και αντίκρισα την κοκαΐνη μου. Κοιτούσε χαμηλά στο έδαφος, αυτό που κάποια μέρα θα μας σκεπάσει όλους. Ήταν γίγαντας μπροστά μου και το πανέμορφο του μαλακό δέρμα τον πρόδιδε. Πρόδιδε πως δεν είναι τόσο σκληρός τελικά.
Κατάφερα αυτήν τη μάχη, κατάφερα να ξεκολλήσω από πάνω του καθώς η καρδιά μου χτυπούσε τόσο και πιο δυνατά απο τη μουσική.
Κάθε σκέψη πλέον είχε επιστρέψει στο μυαλό μου, έτρεχε τόσο γρήγορα σαν το αίμα που κυλούσε στις φλέβες μου.
Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και εγώ δεν μπορούσα να απελυθερωθώ από εκείνη. Δεν μπορούσα γιατί αν σήκωνα τα μανίκια της μαύρης μου μπλούζας θα αποκάλυπτα τον εθισμό μου.
Τον εθισμό για τον οποίο είμαι καταδικασμένη .
Με φιλάκισαν, με έπιασαν από τον λαιμό και με κόλλησαν στον τοίχο. Έκλεψαν την φωνή μου κάνοντας με να πέσω ακόμη πιο βαθιά σε αυτήν τη θάλασσα. Τη θάλασσα που ήταν γνωστή για τους νεκρούς που είχε θάψει.
Τη θάλασσα της ποίησης, του εθισμού μου. Με έπνιξαν, με άφησαν εκεί στο κελί μου. Με συντροφιά τα πιο κρύα δάκρυα τα οποία έκαιγαν κάθε κομμάτι του σώματος μου.
Πως λοιπόν μπορεί κάποιος όταν βγει από εκείνη την φυλακή να πιστέψει πως στ'αληθεια δεν θέλουν όλοι να τον καταστρέψουν;
Δεν ζήτησα να βγω από το ροζ συννεφάκι μου. Ούτε από την μπλε θάλασσα της ποίησης. Γιατί πρέπει να χαράζετε πιο πολύ την καρδιά μου; Γιατί να πρέπει πιο πολύ αίμα να κυλήσει στο άσπρο μου δέρμα;
___________________________________________________________
YOU ARE READING
Vocal Hurricane
General FictionΑκούω την βελόνα να τρίζει στο κορμί μου και το αίμα. Τσοπ, τσοπ. Κάνει το μαχαίρι καθώς κόβει κάθε αγγείο μέσα μου. Μίσησα κείνους που το έλεγχαν και έπεσα μέσα στην πισίνα με το βρώμικο νερό από την χειμερινή βροχή. Οι μπουρμπουλήθρες γαργαλούν τα...
