Από ψευδαισθήσεις ελπίδες και από ελπίδες Ζωή με κλειδί ίδιο.

36 0 0

Τον κοίταξα τον ορίζοντα,
όπως μου υπέδειξες για να με ορίζεις.
Πού να περιμένεις όμως ότι θα σε ακούσω;
Έκανα κάθε τόσο και προσευχή,
όπως μου  υπέδειξες, για να με συνετίσεις.
Πού να περιμένεις όμως ότι θα υπακούσω;
Μόνο που οι ευχές μου ήταν να περάσω τον ορίζοντα.
Με τη δυνατή πίστη, που μου δίδαξες, το έβλεπα εφικτό.
Για μένα ήταν ελπίδα, η δική σου ψευδαίσθηση.
Νωρίς το κατάλαβα ευτυχώς και φυγάδεψα τα όνειρά μου.
Με προσγείωσαν οι κουβέντες σου :
«Χαζό είσαι παιδί μου; Αυτά δε γίνονται!»
Κάπως έτσι σιωπηλά έθετα τους στόχους.
Κάτω από την κερασιά πότιζα το χώμα
και έγινε πιο μεγάλη από το σπίτι
και απέκτησα ένα κατακόκκινο σπίτι πέρα από τον ορίζοντα.
Πολύ καλύτερο από τις προσδοκίες.
Μια έκπληξη για κάθε κατάκτηση.
Φυσικά έφαγα και τα μούτρα μου.
Όλοι τα τρώνε.
Όποιος καυχιέται για το αντίθετο είναι ψεύτης.
Σε κάθε ναυάγιο, μάζευα τα απομεινάρια
και με τη σχεδία βουτούσα στη Μεγάλη Θάλασσα.
Όχι την νερένια που ξέρετε, την άλλη την Ουράνια.
Δίχως πυξίδες και χάρτες, μόνο τα αστέρια κοιτούσα.
Όχι του Ουρανού καλέ!
Τα άλλα που λάμπουν μέσα μου τις νύχτες.
Τις ρωγμές που απέκτησα σκουντουφλώντας, τις χρύσωσα,
να μην ξεκολλάνε και μπάζουν μαυρίλα...πλέον λάμπουν.
Ναι, όλες τις αποφάσεις νύχτα τις έπαιρνα ανέκαθεν.
Με βρεγμένο μαξιλάρι συνήθως και βουβά.
Να μην ενοχλώ! Κάπως έτσι βρέθηκα μέσα στο όστρακο.
Εκεί με βρήκε η υπέροχη μελωδία.
Με έκανε στίχο και άντε να βγώ από εκεί.
Είναι οι εκπλήξεις που σας έλεγα.
Τρία, δύο, ένα,...μέτρησα άπειρες φορές αντίστροφα
μα δεν βρήκα έξοδο διαφυγής.
Αυτό το μηδέν ακόμα δεν το είπα!
Δε λέω, μ΄αρέσει! Αλλά να! Τόση κατανόηση με σκλαβώνει.
Τι λέω τώρα; Αφού κανείς δεν καταλαβαίνει τους τρελούς.
Έτσι δε μας λέτε εμάς(τις μελωδίες και τους στίχους)
που περνάμε τον ορίζοντα;
Προσποιούμαι* (!τίποτα δυσκολότερο)ότι συμμετέχω στη ζωή σας,
μια και χωρίς εσάς πάλι δεν μπορώ.
Θα κοπεί βλέπεις ο λώρος και θα με αποσύρει η βαρύτητα.
Απομακρύνθηκα πολύ!
Όπως τότε που σκαρφάλωνα στην κερασιά για να δω την πέρα γειτονιά.
Πώς να ξεκόψεις όμως από τη ρίζα;
Απλά την ποτίζει πλέον η βροχή, όχι εγώ...
Τώρα καταλαβαίνεις γιατί γουστάρω την βροχή;
Εμένα ο Ήλιος μου ποτίζει το κούτελο
και τη ρίζα μου η βροχή.
Αν απορείς για τα ρούχα μου, δεν έχουν ανάγκη.
Μουλιάζουν, στεγνώνουν... ξεφτίζουν... εξαφανίζονται...
Αδίκως νομίζεις ότι έφυγα. Ηρέμησε!
Όσο αντέχω, κρατάω σε αρμονία τα σύννεφα για να Ζούμε.
Εξάλλου, ξέχασα τις κούκλες μου και θα κατέβω να τις πάρω κάποια στιγμή.
Αφού το θέλεις, ως τότε βολέψου με τις ψευδαισθήσεις... παραμυθιάσου.

* «Η προσποίηση αταξίας απαιτεί τέλεια πειθαρχία∙ η προσποίηση φόβου απαιτεί θάρρος∙ η προσποίηση αδυναμίας απαιτεί δύναμη.» είπε ο Σουν Τζου στο βιβλίο του «Τέχνη του Πολέμου»

Από ψευδαισθήσεις ελπίδες και από ελπίδες Ζωή με κλειδί ίδιο.Διαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!