<<Γαμώτο! Ούτε να κοιμηθώ δεν μπορώ πιά.>> Είπε η Νταϊάνα ενώ άνοιγε τα μάτια της για να απαντήσει στο κινητό της που χτυπούσε κάπου μέσα στα σεντόνια του κρεβατιού. Χθές έστελνε μηνύματα με την Έμμα και την Ρόζι, μέχρι που βγήκε η αυγή. Η ώρα τώρα ήταν 1 το μεσημέρι.
<<Τι θές;>> Απαντά θυμωμένη το τηλέφωνο.
<<Ω σε ξύπνησα;>> Ρωτά η Έμμα από την άλλη μεριά της γραμμής.
<<Λίγο.>>
<<Σήκω και έλα να μας βρείς στην παραλία. Είμαι με την Ρόζι και τον Γούιλ, έχουμε πάρτι το βράδυ.>> Είπε η Έμμα όλο χαρά.
<<Τι γιορτάζουμε πάλι;>>
<< Τίποτα ρε χαζή δεν είναι δικό μας το πάρτι. Το κάνει ο Νόα σπίτι του γιατί λείπουν οι γονείς του. Θα είναι όλα τα παιδιά από το σχολείο, κάτι ξαδέρφια του Νόα και γενικά όλοι θα φέρουν από ένα φίλο.>> Τώρα η Έμμα ούρλιαζε από την χαρά της μιάς και λάτρευε τα πάρτι, δεν έχανε ποτέ ούτε ένα.
Η Νταϊάνα σηκώθηκε και κατέβηκε στην κουζίνα, κανείς δεν ήταν εκεί και έτσι ήπιε ένα χυμό και πήγε πάνω να ετοιμστεί.
Φόρεσε το μαγιό της και από πάνω ένα λευκό φόρεμα για παραλία μαζί με τα πέδιλα της. Χτένησε τα μακριά καστανά μαλλιά της και τα έπιασε μία κοτσίδα. Κοίταξε τα μάτια της στον καθρέφτη, έδειχνε πολύ κουρασμένη δεν είχε κοιμηθεί άλλωστε κανονικά.Θα σέρνομαι το βράδυ, σκέφτηκε.
Έφτασε στην παραλία και είδε τους φίλους της να κολυμπούν, έτρεξε και μπήκε στην θάλασσα και αυτή. Αμέσως μετά ήρθε και ο Σαμ, έκατσαν λίγη ώρα στην παραλία, έφαγαν και έφυγαν με τα πόδια για τα σπίτια τους. Η Ρόζι με την Νταϊάνα έφυγαν μαζί μιάς και μένουν κοντά, ο Σαμ και η Έμμα το ίδιο και ο Γουίλ πήγε να βρεί τον πατέρα του πριν πάει σπίτι.
<< Γύρισα.>> Φώναξε η Νταϊάνα μόλις μπήκε σπίτι αλλά κανείς δεν απάντησε.Βγήκε στον κήπο και είδε την μαμά και τον αδερφό της να τρώνε φρούτα και να παίζουν επιτραπέζια.
<<Γειά σου γλυκιά μου.>> Είπε η μαμά της, ο Λούκ έτρεξε και της έδωσε ένα φιλί και γύρισε γρήγορα στο παιχνίδι του.
<< Πως πέρασες; Έχεις φάει;>> Ρώτησε η μαμά της.
<<Μιά χαρά, ναί έχω φάει μαμά μην ανησυχείς.>>
<< Έλα να παίξεις μαζί μας.>> Την παρακάλεσε ο μικρός.
<<Δεν μπορώ Λούκ, θέλω να πάω να κοιμηθώ λίγο.>> Είπε εκείνη.
Πήρε μερικά φρούτα από το μπόλ που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και πήγε να φύγει για το δωμάτιο της. << Α μαμά θα πάω σε ένα πάρτι απόψε. Το κάνει ο Νόα σπίτι του.>>
<<Εντάξει γλυκιά μου.>> Είπε η μαμά της και συνέχισε να παίζει.
  Η Νταϊάνα είχε ξαπλώσει και μετά από λιγότερο από δέκα λεπτά χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο Σαμ.
<<Έλα Σαμ, τι έγινε;>> Εκείνος δεν απάντησε, άκουγε μόνο την αναπνοή του.
<<Σαμ; Σαμ; Τι θα γίνει θα παίξουμε τώρα;>> Ήταν σίγουρη πως της έκανε πλάκα.
<< Ενοχλώ;>> Είπε εντέλει ο Σαμ.
Ακουγόταν πολύ περίεργος, σαν κάτι να είχε γίνει. Τον ήξερε πολύ καλά και από τον τόνο της φωνής του κάτι άσχημο είχε συμβεί.
<< Φυσικά και δεν ενοχλείς. Τι έγινε; Πες μου.>> Είπε η Νταϊάνα.
<< Τίποτε μωρέ είπε εκείνος με τον ίδιο τόνο στην φωνή του, απλά ήθελα να σε ρωτήσω αν θέλετε να πάμε όλοι μαζί στο πάρτι το βράδυ;>>
<<Ναί αμέ, γιατί όχι.>>
<<Τέλει τα λέμε το βράδυ.>> Είπε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο. Κάτι είχε και ήθελε να της το πεί αλλά τελικά το μετάνιωσε και είπε αυτό για το πάρτι, έτσι και αλλιώς πάντα πάνε παντού μαζί. Περίεργο, ανησύχησε όμως ήταν πολύ κουρασμένη που κοιμήθηκε αμέσως.

ΣιωπήΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!