Δεν προλαβαίνω καλά καλά να ακουμπήσω το ψωμάκι και η μητέρα μου με χτυπάει στον καρπό. "Μη", λέει, σηκώνοντας το δάχτυλο, "Δεν σε έφερα εδώ για να τα τρως, σε έφερα για να τα πηγαίνεις μέσα".
Πρέπει να πιστεύει πως είναι πολύ έξυπνη αυτή τη στιγμή, να μην με αφήνει καν να τσιμπήσω λίγο. Δεν θα λείψει το ψωμάκι από τους γερμανούς ή τους γάλλους. Ούτως ή άλλος τα πετάμε τα μισά με το που τελειώνει το πρωινό. Αλλά μερικά πράγματα είναι όπως είναι οπότε σηκώνω το δίσκο και βγαίνω στον μικρό χώρο που είναι ο μπουφές για να τον ακουμπήσω ανάμεσα στα υπόλοιπα φαγητά. Σηκώνω το πανί και από τα ψωμιά ολικής, να μετρήσω πόσα έχουν μείνει και αν πρέπει να φέρω κι αλλά. Είναι εντάξει, υπάρχουν μπόλικα ακόμη.
Γενικά δεν έχει πολύ κίνηση σήμερα στο πρωινό, τρία-τέσσερα τραπέζια είναι μονάχα γεμάτα. Ένας κύριος με λευκά μαλλιά και μούσι από το ακριανό τραπέζι σηκώνει το χέρι, να μου ζητήσει έναν καφέ και γνέφω καταφατικά. Από πίσω του, μπορώ να δω στην πισίνα τον Ομέρ, το αγόρι που έχουμε για να καθαρίζει, να προσπαθεί να φτάσει κάτι φύλλα που έχουν πέσει μέσα στο γαλάζιο νερό. Καθώς κατευθύνομαι προς την κουζίνα, παίρνω ένα αχλάδι από τον πάγκο, στα μουλωχτά. Λες και τρώει ποτέ κανένας φρούτα εδώ μέσα.
Πάντα είναι σαν να περνάς σε ένα παράλληλο σύμπαν: να αφήνεις την σχετική ησυχία του χώρου του πρωινού για να μπεις στον σαματά της κουζίνας. Η μητέρα μου βράζει αυγά στο φούρνο και η Άννα, η κοπέλα που βοηθάει, στύβει πορτοκάλια.
"Πέντε νοματαίοι είναι έξω", λέω, στηρίζοντας το βάρος μου στο κατώφλι. Η σάρκα από το αχλάδι είναι γλυκιά και τρυφερή, υποχωρεί εύκολα κάτω από τα δόντια μου, γεμίζοντας με χυμό τα χείλη μου.
"Ναι", συμφωνεί η μητέρα μου, κουνώντας το κεφάλι. "Σήμερα και αύριο θα αρχίσουν να έρχονται. Τα έχουμε κλείσει σχεδόν όλα τα δωμάτια".
"Χμ". Γυρνάω το αχλάδι για να φάω όλες τις πλευρές του και ύστερα πετάω τα σπόρια και το κοτσάνι μέσα στον κάδο. "Και πότε τελειώνει το συνέδριο;"
"Το Σάββατο;" κάνει η μητέρα μου. Το σκέφτεται και ύστερα κοιτάει την Άννα για επιβεβαίωση.
"Ναι, κρατάει τέσσερις μέρες", επιβεβαιώνει εκείνη καθώς πετάει τα φλούδια από τα πορτοκάλια. Σκουπίζει τα χέρια στην πόδια της. "Οι περισσότεροι θα κάτσουν και το Σαββατοκύριακο όμως."
"Ναι, είμαστε γεμάτοι μέχρι τη Δευτέρα", συνεχίζει η μητέρα μου.
Κουνάω το κεφάλι μου. "Τέσσερις μέρες για ένα άγαλμα;" λέω. "Δεν έχουν τίποτε καλύτερο να κάνουν;"
YOU ARE READING
ο προστάτης των κλεφτών
AdventureΑβέβαιος για το μέλλον του και τη θέση του στον κόσμο, ο Ερμής δουλεύει ακόμη στο ξενοδοχείο των γονιών του. Το ξενοδοχείο του φαίνεται μουντό, το νησί του φαίνεται μουντό, η ζωή του του φαίνεται, επίσης, μουντή. Όλα θα αλλάξουν, ωστόσο, με την αναπ...
