Πυκνή ομίχλη είναι οι σκέψεις μέσα στο μυαλό μου, στριφογυρίζουν σαν ρεύματα ανέμου και ανοιγοκλείνουν τις πόρτες της έμπνευσης.
Η πραγματικότητα περνάει σε άλλη διάσταση, εκεί που το παρόν μεταλλάσσεται σε όνειρο και το όνειρο γίνεται πραγματικότητα.
Μ' ένα απαλό φύσημα πνοής από τα χείλη μου εξαφανίζω αυτό το πυκνό σύννεφο και αφήνω το φως να περάσει για να κοιτάξω μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα που μόλις σχηματίστηκε.
Είναι ψηλοτάβανη με τεράστιους άχρωμους τοίχους χωρίς παράθυρα. Έχει μόνο μια μεγάλη βαριά ξύλινη πόρτα που όσο την πλησιάζω τόσο αυτή απομακρύνεται. Με τρομάζει και μου προκαλεί ένα αίσθημα φυγής παρόλο που ξέρω ότι είναι δικό μου δημιούργημα.
Απομακρύνομαι αργά από την αίθουσα και τότε αυτή σαν να ΄χε χάρτινους τοίχους με σκοινιά να την συγκρατούν αρχίζει και χαλάει, γίνεται επίπεδη αφήνοντας πίσω σκοτάδι και ιστούς από αράχνες.
Τώρα τρομάζω περισσότερο και την στήνω ξανά στο ίδιο μέρος με την απόφαση να μπω μέσα αυτή τη φορά. Ξεκλειδώνω το φόβο και περπατάω το μυστικό δρομάκι που θα με οδηγήσει εκεί.
Βρίσκομαι μέσα και αφήνω τα μάτια μου να κινηθούν ελεύθερα στο χώρο. Παρατηρώ κάποια έπιπλα που δεν υπήρχαν πριν. Σκέφτομαι ότι ίσως να τα γέννησα την στιγμή που την ισοπέδωσα φεύγοντας.
Μια μεγάλη έδρα από σκουρόχρωμο ξύλο και μια πολυθρόνα με σκαλιστή πλάτη στέκονται μπροστά στον τοίχο που βρίσκεται απέναντι από την πόρτα.
Το βλέμμα μου στέκεται κουρασμένο και αφαιρείται στο χώρο έχοντας άλλες εικόνες μπροστά του. Αισθάνομαι ότι κάτι καινούργιο έρχεται και δίνω την προσοχή μου σε μια λευκή φιγούρα που εμφανίζεται αργά στη μέση του δωματίου. Υλοποιείται μπρος στα μάτια μου και παίρνει τη μορφή μιας κοπέλας.
Είναι ντυμένη με ένα λευκό μακρύ φόρεμα που αφήνει ακάλυπτα μονάχα τα κοκαλιάρικα άκρα της. Μακριά μαύρα μαλλιά πέφτουν λιτά μέχρι τη μέση της. Γυρίζει το πρόσωπο της προς το μέρος μου και προσέχω ότι τα μάτια της έχουν ένα βλέμμα γεμάτο απορία ενώ τα χείλη της είναι σφιγμένα σα να προσπαθούν να κλειδώσουν τη σιωπή της.
Περιστρέφεται αργά γύρω από τον εαυτό της κοιτώντας τριγύρω και το βλέμμα της φανερώνει ότι το περιβάλλον της είναι γνώριμο και όχι ιδιαίτερα συμπαθητικό. Στέκεται για λίγο κάτι σκέφτεται και αναρωτιέται φωναχτά: Που βρίσκομαι?
Χαμηλώνει το βλέμμα της στο πουθενά και συνεχίζει: Τι μου συμβαίνει? Η τελευταία φράση ακούστηκε τρομαγμένη και σαν ηχώ στον εαυτό της επανέλαβε δυνατά: Τι μου συμβαίνει?
Δεν περίμενε κάποια απάντηση, ήταν μόνη της μέσα στην αίθουσα. Γύρισε και κοίταξε και κοίταξε για μια ακόμη φορά γύρω της ερευνητικά.
Είχε αισθανθεί την παρουσία κάποιου μέσα στο δωμάτιο και φοβισμένη γύρισε προς την πόρτα φανερώνοντας την επιθυμία της να φτάσει ως εκεί για να φύγει. Προσπάθησε να κινηθεί όμως η πραγματοποίηση του στόχου της στάθηκε αδύνατη. Τα πόδια της δεν υπάκουσαν στην εντολή του εγκεφάλου για κίνηση. Εξακολουθούσαν να στέκονται καρφωμένα στο ίδιο σημείο.
Ο φόβος έκανε το κορμί της να τρέμει και δευτερόλεπτα αργότερα ένοιωσε πάλι την παρουσία κάποιου άλλου μέσα στην αίθουσα. Γύρισε αργά χωρίς να είναι σίγουρη για την κίνηση της και το βλέμμα της στάθηκε πάνω στην έδρα. Στην αρχή έβλεπε μια σκιά να κάθεται πάνω στην πολυθρόνα που αργά άρχισε να υλοποιείται.
Τώρα μπορούσε να διακρίνει δυο γαλάζια μάτια που την κοιτούσαν διαπεραστικά μια γαμψή μύτη και ένα ζευγάρι λεπτά χείλη. Ήταν ένα λεπτό γερασμένο πρόσωπο που πάνω στο κρανίο του φορούσε μια λευκή περούκα με μακριές παράλληλες μπούκλες. Το σώμα του ήταν καλυμμένο με μία μαύρη τήβεννο και η εμφάνιση του θύμιζε δικαστή του μεσαίωνα.
Η λευκοντυμένη ήταν έτοιμη να μιλήσει όμως τα σκληρά του μάτια δεν την άφηναν να αρθρώσει λέξη. Ο φόβος είχε μετατραπεί σε τρόμο και δεν μπορούσε να σκεφτεί να κάνει κάποια κίνηση. Αισθανόταν μόνο τα πόδια της τόσο βαριά σαν να είχαν βγάλει ρίζες στο πάτωμα. Δεν μπόρεσε να καταλάβει πόση ώρα πέρασε κοιτάζοντας αυτή την απειλητική φιγούρα. Από το λήθαργο του τρόμου την ξύπνησαν τρεις χτύποι από το ξύλινο σφυρί που εμφανίστηκε στο χέρι του άντρα. Τρία χτυπήματα πάνω στην έδρα που για μια στιγμή φάνηκε να ανασαίνει. Ή μήπως ήταν βογκητά από τα χτυπήματα? Η λευκοντυμένη δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τι από τα δύο ήταν. Κατάλαβε όμως ότι ο άντρας που καθότανε απέναντι της και την κάρφωνε με το βλέμμα του ήταν δικαστής και ο χώρος που βρισκόταν και οι δύο τι άλλο?.
YOU ARE READING
Ελευθερία
Short StoryὩς πρόβατον ὡδηγήθη εἰς τὴν σφαγὴν καὶ ὅπως ὁ ἀμνὸς ποὺ εἶναι ἄφωνος ἐμπρὸς σ' ἐκεῖνον ποὺ τὸν κουρεύει, ἔτσι δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του· διὰ τοῦ πάθους του ἡ καταδίκη ἔλαβε τέλος· τὴν δὲ γενεάν του ποιός θὰ μπορέσῃ νὰ τὴν διηγηθῇ; Διότι ἔφυγε ἡ ζωἠ...
