★

39 3 7
                                        

Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά στην πόλη των Σερρών. Ήταν Οκτώβριος του 1942 και ψηλά στον νυχτερινό ουρανό έστεκε η σελήνη ρίχνοντας το χλωμό της χρώμα στις στέγες των σπιτιών.  Ησυχία επικρατούσε. Μόνο ο μονότονος θόρυβος των στρατιωτών που περιπολούσαν ακούγονταν παροδικά, καθώς άλλαζαν πόστα και σκοπιές. Ο Γιώργος ένιωσε τους παλμούς του να αυξάνονται. Βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από δύο στρατιώτες, εν ώρα απαγόρευσης κυκλοφορίας. Μαζεύτηκε ακόμη περισσότερο στους θάμνους οπού είχε βρει καταφύγιο. Πήρε εμβρυακή στάση και μετρώντας τα δευτερόλεπτα, περίμενε στωϊκά τους στρατιώτες να τελειώσουν τα τσιγάρα που είχαν αρχίσει να κάνουν και να συνεχίσουν την περιπολία τους. Στα αυτιά του έφταναν οι ήχοι από τις ομιλίες τους. Μιλούσαν την ξένη και βάρβαρη για τα αυτιά του Γιώργου γλώσσα των Γερμανικών. Μάταια προσπαθούσε να βγάλει κάποιο νόημα από τις τραχιές ομιλίες τους. Ξαφνικά ένας κρότος ακούστηκε πίσω το σπίτι όπου βρίσκονταν δίπλα ακριβώς από την κρυψώνα του Γιώργου, από στα πέντε βήματα δεξιά του. Οι στρατιώτες έστρεψαν ταυτόχρονα προς τα εκεί τα κεφάλια τους. Το φως του ολόγιομου φεγγαριού έδινε μια απόκοσμη λάμψη στις κάνες των όπλων τους. Πέταξαν τα τσιγάρα τους χωρίς χωρίς να μπουν στον κόπο να τα πατήσουν και με προσεκτικές και αθόρυβες κινήσεις ζύγωναν στο σπίτι οπού ακούστικε η φασαρία. Ήταν μια απλή μονοκατοικία, με επικλινή στέγη, λευκούς τοίχους, θύρα και παράθυρα στο χρώμα της ώχρας και με μια μικρή αυλή γύρω του. Ήταν όμως τόσο παραμελημένο το σπίτι με τους ξεφτισμένους σοβάδες όσο και ο κήπος του που θύμιζε ζούγκλα, που ο καθένας θα το περνούσε για εγκαταλελειμμένο. Οι στρατιώτες κινήθηκαν σιωπηλά και μπήκαν στην χορταριασμένη αυλή. Όταν πέρασαν δίπλα από τον θάμνο οπού κρύβονταν, ο Γιώργος ένιωσε πως η καρδιά του θα σταματούσε να χτυπάει και πως σίγουρα θα αποτύχαινε στην αποστολή που του ανατέθηκε. Στα ρουθούνια του έφτασε η βαριά μυρωδιά που ανέδυαν, μια οσμή ταγκού ιδρώτα και νικοτίνης με μια υποψία φόβου όπως καθρεφτίζονταν στα ανήσυχα μάτια τους. Ο Γιώργος μέτρησε νοερά μέχρι το εξήντα και έπειτα ανασήκωσε διστακτικά το κεφάλι του. Οι πυκνές φυλλωσιές του θάμνου ράπιζαν το πρόσωπο του και θόλωναν την ορατότητα του μα ένιωθε ευγνώμων για την κάλυψη που του πρόσφεραν. Κοίταξε προσεκτικά γύρω του. Οι στρατιώτες του είχαν γυρίσει τις πλάτες τους και πλησίαζαν με αργές κινήσεις τον πίσω χώρο της κατοικίας, από όπου προήλθε ο θόρυβος. Ο Γιώργος ένιωσε τους παλμού του να επαναφέρονται στο κανονικό και ετοιμάζονταν να βγάλει έναν αναστεναγμό ανακούφισης όταν μια κουκουβάγια έκρωξε. Φώναξε τρεις φορές, έπειτα έπαυσε και μετά άλλες δύο. Ο Γιώργος πάγωσε και ένιωσε τους σφυγμούς του να επιταχύνονται ξανά. «Αυτό είναι το σινιάλο της επίθεσης. Δεν είναι δυνατόν... Μήπως είναι σύμπτωση; Δεν μπορεί να απευθύνεται σε μένα και αν ναί σε ποιόν να επιτεθώ; Στους Γερμανούς μπροστά μου; Πως να τους εξουδετερώσω εγώ έχοντας μόνο ένα μαχαίρι όταν εκείνοι είναι δύο και μάλιστα οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι;». Αυτά τα ερωτήματα πέρασαν σε κλάσματα του δευτερολέπτου το από μυαλό του Γιώργου, όμως εκείνος γνώριζε είδη τις απαντήσεις από την στιγμή που παρατήρησε πως οι Γερμανοί είχαν αφήσει αφύλαχτα τα νώτα τους. Με αργές και προσεγμένες κινήσεις κατάφερε να συρθεί τον από θάμνο δίχως να τον αντιληφθούν και τους πλησίασε. Πλέον βρισκόντουσαν κοκαλωμένοι σε απόσταση δύο βημάτων εμπρός του. Εκείνοι είχαν ένα ανήσυχο βλέμμα. Φαίνονταν διστακτικοί. Γνώριζαν πολύ καλά πως οι αντάρτες μιμούνταν τις κραυγές των ζώων για να κάνουν σινιάλα και το αλλόκοτο κρώξιμο της κουκουβάγιας σε συνδυασμό με τον ύποπτο ήχο που τους οδήγησε πίσω από εκείνο το ερειπωμένο σπίτι, δεν τους καθησύχαζε. Τα βλέμματα τους σάρωναν ανησυχα τον χώρο μπροστά τους προσπαθώντας να προσαρμόσουν την όραση τους με το σκοτάδι που επικρατούσε καθώς ο τοίχος του σπιτιού έκοβε σύριζα το φως του φεγγαριού και δημιουργούσε μια μεγάλη και πλατιά σκιά που έπεφτε στα εξίσου μεγάλα και πλατιά θάμνους και φυλλώματα που τύλιγαν σαν κουβέρτα τον χώρο. Κόμποι ιδρώτα είχαν σχηματιστεί στα συνοφρυωμένα πρόσωπα τους καθώς με τα όπλα σε ετοιμότητα ανέμεναν μια κίνηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως επίθεση. Η επίθεση όντως ήρθε αλλά δεν την περίμεναν να έρθει από πίσω τους. Όταν το κυνηγετικό μαχαίρι του Γιώργου βυθίστικε στον αυχένα του ενός,  διαλύοντας του τον προμήκη μυελό του εγκεφάλου και σκοτώνοντας τον ακαριαία, ο άλλος που ήταν μισό βήμα ποιο μπροστά έμεινε να κοιτάει άναυδος τον φίλο του να καταρρέει νεκρός μπροστά στα μάτια του. Η αντίδραση του, αν και αντανακλαστική ήρθε πολύ αργά. Όταν απασφάλισε το πιστόλι του και πήγαινε να φυτέψει μια σφαίρα στο στήθος του αγοριού έκπληκτος ένιωσε ένα κάψιμο στον λαιμό που συνοδεύτηκε την αίσθηση κάτι ζεστού που έρρεε στο στήθος του. Το χέρια του μάταια επιχείρησαν να καλύψουν την τομή που είχε δημιουργήσει με  αστραπιαία ταχύτητα και χειρουργική ακρίβεια ο Γιώργος στην καρωτίδα του. Στιγμές αργότερα βρίσκονταν σωριασμένος δίπλα στο σώμα του άλλου στρατιώτη. Μια λίμνη αίματος άρχισε να τους αγκαλιάζει σταδιακά ενώ τα χέρια τους εξακολουθούσαν άνευρα να κρατούν σφιχτά τις λαβές των όπλων τους. Ο Γιώργος πήρε πολλές βαθιές ανάσες και σταδιακά η αδρεναλίνη που τον έπνιγε, αντικαθίστονταν τον τρόμο και τον πανικό. Είχε δολοφονήσει εν ψυχρώ δύο Γερμανούς στρατιώτες. Αυτό σύμφωνα με σχετικό διάταγμα ισοδυναμούσε με εκτέλεση 20 αμάχων Ελλήνων. Και αν η κραυγή της κουκουβάγιας ήταν από μια σύμπτωση; Αν έπρεπε απλώς να περιμένει εως ΄ωτου οι Γερμανοί πήγαιναν πίσω από το σπίτι και μετά να έφευγε; Η απάντηση στις απορίες που τριβέλιζαν το μυαλό του Γιώργου ήρθε άμεσα καθώς άλλο ένα στρίγκλισμα κουκουβάγιας ήχησε δύο φορές, παύση και έπειτα μία. Το σινιάλο που δήλωνε πως ο κίνδυνος πέρασε. Ταυτόχρονα, μέσα από τις σκοτεινές φυλλωσιές πίσω από το σπίτι εμφανίστηκε μια ανδρική μορφή που κρύβονταν στις σκιές. Ήταν ψηλός και σωματώδης με ταλαιπωρημένη γενειάδα και αγριωπά χαρακτηριστικά. Τα γκρίζα του μάτια πετούσαν σπίθες. Πλησίασε τον Γιώργο και κοίταξε με δέος τα δύο άψυχα σώματα που το αίμα τους πότιζε το έδαφος. Έπειτα με χαμηλή λόγω της ώρας αλλά καθαρή φωνή μίλησε.

Το όνειρο.Historias para obsesionarse. Descúbrelo ahora