Μια μικρή λάμψη έσπασε την μονοτονία του σκοταδιού καθώς όσο γρήγορα άναψε τόσο γρήγορα έσβησε ο αναπτήρας . Το τσιγάρο συνέχισε να φέγγει μέσα στο σκοτεινό πέπλο της νύχτας . Το τσιγάρο αυτό κοσμούσε τις άκρες των δαχτύλων ενός άνδρα , που παρότι ήταν περασμένες 11 στέκονταν μόνος του στην γωνία της 27ης και 6ης οδού .
Είχε ένα ψηλόλιγνο παρουσιαστικό με το κεφάλι του σκυμμένο να κοιτάζει και να χάνεται στην μικρή λίμνη που είχε φτιάξει η χτεσινή βροχή. Τα ρούχα του είχαν μια παλαιική χροιά , που δεν άρμοζε στο νεαρό της ηλικίας του. Τα παπούτσια του ήταν σκονισμένα ενώ το παντελόνι του είχε παραδοθεί στην λάσπες της διαδρομής .
Αφού τελείωσε το τσιγάρο του περπάτησε λίγο στον κοντινό φανοστάτη που αμέσως έλουσε με φως το αξύριστο πρόσωπό του . Στην κουρασμένη όψη του ξεχώριζαν τα κουρασμένα μάτια του , καθώς ούτε η μαύροι κύκλοι μπορούσαν να κατευνάσουν την λαχτάρα που είχε για ζωή . Είχαν στερηθεί πολλά και όμως πήγαζε ένα πάθος που που λίγοι έχουν νιώσει ενώ συνάμα πολλοί έχουν ζηλέψει.
Κοίταξε το ρολόι του που βρίσκονταν στον αριστερό του καρπό με μια μηχανική κίνηση .Η ώρα πλησίαζε. Οι σφυγμοί του ανέβαιναν . Ξάφνου τα μάτια του έπαψαν να περιπλανώνται και στράφηκαν αστραπιαία στο τελευταίο παράθυρο του δεύτερου ορόφου.
Μετά από λίγες στιγμές ένα γυναικείο πρόσωπο ξεπρόβαλε στο τζάμι . Το βλέμμα της πλανήθηκε μέχρι να βρει τον νεαρό . Του χαμογέλασε .Στιγμές αργότερα ,που φάνηκαν στον νεαρό αιώνες του έγνεψε καταφατικά . Για λίγα δευτερόλεπτα η βαρύτητα ήταν το μόνο που κρατούσε τον νεαρό από τη επιθυμία του να πετάξει και να βρεθεί στην αγκαλιά της .
Απόψε κέρδισε μια μάχη , μια μάχη που καλούνταν να δώσει κάθε μέρα . Βέβαια κατάλαβε πως ήταν μια μάχη την φορά . Το πλατύ του χαμόγελο κάλυπτε όλες της ατέλειες που είχε πάνω του . Και αυτό γι'απόψε ήταν αρκετό .
