#1

83 13 6
                                        

" Αυτό ήταν.." , λέει και αφήνει κάτω την κούτα που κρατούσε.

Ήταν Κυριακή πρωί. Και η τελευταία Κυριακή μαζί του.

Μόλις μαζέψαμε τα πράγματά του. Σε τρεις μέρες έφευγε. Έφευγε από κοντά μου.

Το δωμάτιο του. Τόσες αναμνήσεις. Τόσες στιγμές μαζί. Τώρα είναι κενό. Οι αφίσες δεν ήταν στους τοίχους. Η βιβλιοθήκη είναι κενή. Όλα έχουν αδειάσει πια.

Θα μου λείψει. Θα μου λείψει τόσο γαμημενα πολύ.

Τον παρατηρώ διακριτικά. Το πρόσωπό του δεν έχει κάτι ιδιαίτερο. Η έκφραση σου ανέκφραστη. Ούτε εκείνος θέλει να φύγει. Φαίνεται.

Ούτε εγώ θέλω να φύγει.

Δεν μου μιλάει.

Και ο ίδιος ξέρει ότι έτσι πρέπει να γίνει.

"Θα είναι βαρετά εκεί..", μου λέει.

Αυτό σκέφτεται;

" Ξέρεις.. εννοώ χωρίς εσένα".

Δεν ξέρω τι να του πω. Ότι κι αν κάνω θα κάνει χειρότερη την κατάσταση.

"Ναι ξέρω", προσπαθώ να πω αδιάφορα.

Μένουμε αρκετή ώρα να καθισμένοι στο κενό κρεβάτι.

Γιατί φεύγει και αυτός γαμω; Γιατί;

Περνάει αρκετή ώρα

" Θα μου λειψεις", λέει. "Θα κρατήσουμε επαφή αλλά δεν θα είναι το ίδιο ξέρω.."

Αρχίδια ξέρεις.

Αλλά δεν φταις εσύ. Όπως πάντα, δεν φταις εσύ.

"Καλά τώρα, μην τα σκέφτεσαι σκέφτεσαι αυτά. Δεν αξίζει να χαλιεσαι." , Λέω ασυναίσθητα.

" Αν δεν σκέφτομαι εσένα ποιον θα σκεφτώ;", λέει.

Ναι καριόλη τώρα μας θυμήθηκες.

"Εγω καλά θα είμαι" λέω και του χαμογελάω πλατιά.

Δεν ξέρω γιατί είμαι θυμωμένη. Δεν έπρεπε να ήμουν έτσι. Δεν φταίει εκείνος. Και το ξέρω. Εκείνος όμως με αφήνει. Και χωρίς αυτόν θα αλλάξουν όλα.

Κάθε μέρα, κάθε στιγμή θα είναι διαφορετική.

Ακούω βήματα από της σκάλες. Σε λίγες στιγμές μπαίνει μέσα η μητέρα του. Και εκείνη φαίνεται διαφορετική.

"Είσαι έτοιμος;",τον ρωτάει. Βλέπω να κοίτα το δωμάτιο. Διακρίνει τα σημάδια στους λευκους τοίχους.

"Ναι , τελειώσαμε", λέει και κάνει ένα βήμα να σηκωθεί κρατώντας την κούτα.

Μου κάνει νεύμα να σηκωθώ κι εγώ.

Και μετά έγινε ξανά.

Άκουσα τα πράγματα να πέφτουν από την κούτα.

Προσπάθησα να φανταστώ ότι απλά γλίστρησε από τα χέρια του. Αλλά ήξερα τι είχε συμβεί.

Τον κοίταξα πανικόβλητη. Έσφιγκε τον λαιμό του με τα χέρια του. Σαν να τον κρεμούσαν. Δεν ανεπνεε. Δεν εβηχε καν. Απλά προσπαθούσε να ανασάνει.

Δεν μπορούσα να τον βλέπω σε αυτή την κατάσταση.

Έπεσε στα γόνατα.

Η μητέρα του φώναζε το όνομά του.  Ούρλιαζε το όνομα του πατέρα του. Τον παίρνει όσο μπορεί στις πλάτες της και κατεβαίνει γρήγορα τις σκάλες.

Ψάχνω να βρω το σωληνάκι του. Αυτό το γαμημενο που όταν το χρειάζοταν δεν ήταν πουθενά.

Τον ακούω που προσπαθεί να ανασάνει. Ακούω την φωνή του πατέρα του.

"Τεο! Τεο!"

Πρέπει να βρω το σωληνάκι.

Κοιτάζω την πόρτα του δωματίου του. Πάνω της είναι κρεμασμένη η ζακέτα του. Ψάχνω γρήγορα τις τσέπες. Το βρίσκω.

Κατεβαίνω το γρηγορότερο τις σκάλες. Τον βλέπω ξαπλωμένο στο πάτωμα. Ο πατέρας του ψαχνει και αυτός. Η μητέρα του στεκεται γονατιστή δίπλα του. Το πρόσωπό του είναι σχεδόν άσπρο και τα μάγουλα του πρησμένα.

Φτάνω δίπλα του. Εκείνος το παίρνει απο το χέρι μου και αρχίζει και εισπνέει. Ανασαίνει βαθιά. Για ώρα που μου φαίνεται αιώνες.

Οι γονείς ανακουφισμένοι τον βοηθούν να σηκωθούν. Η μητέρα του του φέρνει ένα ποτήρι νερό. Αντίθετα με όλους μας, εκείνος φαίνεται ήρεμος.

Χαχανιζει.

"Πρώτο στάδιο καρκίνου του πνεύμονα είπαμε ε;" Ρωτάει τους γονείς του.

Δεν μπορώ να τον ακούω. Δεν γίνεται να πεθαίνει. Και θα πεθάνει μακρυά μου.

Γι'αυτό φεύγει στην κλινική. Εσώκλειστος, μου είπε. Θα κάνει θεραπείες και θα φοιτά σε σχολείο εκεί.

Και ο ίδιος ξέρει ότι δεν θα αλλάξει κάτι. Όλα θα μείνουν το ίδιο.

Τίποτα δεν θα βοηθήσει κανέναν μας.

Not the Regular OnePovești de care să fii obsedat. Descoperă acum