PART1: Εγώ απλώς καθόμουνα εκεί, σε εκείνο το παγκάκι, μέσα σε ένα – όχι πολύ μεγάλο φυσικά, γιατί τέτοια ώρα σ’ ένα μικρό πάρκο ποιοι να πήγαιναν; – πλήθος ανθρώπων που πηγαινοέρχονταν. Τους κοιτούσα περιμένοντας. Περιμένοντας ενώ ήξερα ότι άδικα σπαταλούσα την ώρα μου. Αλλά συνέχισα να το κάνω. Συνέχισα να ελπίζω όπως κάνω πάντα. Στην τελική, μου έφτανε που ήξερα την αλήθεια. Πήγε σχεδόν 10 η ώρα. Ξαφνικά, ενώ καθόμουνα εκεί φορώντας το φόρεμά μου, τα ψηλοτάκουνα μου και το – πιο ωραίο μπορώ να πω – βάψιμο που έχω κάνει, με τα καστανά μαλλιά μου να πέφτουν στους ώμους μου σαν τα κύματα που απλώνονται στην άμμο, ένας τύπος ήρθε και κάθισε δίπλα μου, στο ίδιο παγκάκι, στην άλλη μεριά όμως, προσπαθώντας να μην με κάνει να νιώσω άβολα μπορώ να πω, μέχρι που μίλησε.
«Περιμένεις κάποιον;»
