Τα ονόματά τους, συνυφασμένα από τη Μοίρα, για πάντα μαζί. Σαμψών και Δαλιδά.
Οι δρόμοι τους υπαγορεύτηκε να διασταυρωθούν, οι ζωές τους να γίνουν ένα.
Κι όμως. Αυτός δεν ήταν πια εκεί.
Έκρυψε κάτω από τα συντρίμμια ενός ολάκερου ναού την απογοήτευση, την ντροπή και τον πόνο του, σε μία ύστατη, περίτρανη απόδειξη της αξιοπρέπειάς του.
Και εκείνη, η προδότρα, η πόρνη, η τιποτένια, ήταν τώρα μόνη, κατάπτυστη. Και ερωτευμένη. Με αυτόν που δεν θα γύριζε ποτέ πια.
Ήταν η Δαλιδά. Χωρίς τον Σαμψών.
Inspired by Camille Saint-Saëns' "Samson et Dalila
--
Στριφογύρισε, ιδρωμένη, στο απαλό της στρώμα.
Δυο μαύρες τρύπες είχε η ψυχή της.
Την έκαιγαν, τη βασάνιζαν, δεν την άφηναν να κοιμηθεί.
Ήταν οι τρύπες που είχαν ανοίξει τα μάτια του όταν την κοίταξαν. Όταν μία δεκάδα από τους συμπατριώτες της αγωνιζόταν να τον πάρει μακριά της και εκείνος πάλευε λυσσαλέα να ελευθερωθεί.
Όμως δεν μπορούσε πια. Η δύναμή του, η σωματική, είχε μείνει στα χέρια της: στις τούφες των καστανών του μαλλιών που κρέμονταν πανηγυρικά από τα δάχτυλά της.
Εκείνη είχε χαμογελάσει αμήχανα στις ζητωκραυγές των Φιλισταίων, ενώ τα απεγνωσμένα μουγκρητά του στοίχειωναν ήδη το μυαλό της.
Είχαν περάσει ένα βράδυ γεμάτο έρωτα και ζεστασιά.
Είχε έρθει στο δωμάτιό της διστακτικός, αδέξιος και ντροπαλός, όπως ήταν πάντα όταν βρισκόταν κοντά της. Κι όμως... Είχε μία αθωότητα και μία έμφυτη καλοσύνη που τον έκανε ακόμα πιο όμορφο, ακόμα πιο αξιαγάπητο.
Ήταν άλλωστε γνωστό πόσο τον αγαπούσαν τα παιδιά των Ισραηλιτών, πώς έτρεχαν κοντά του και χοροπηδούσαν τριγύρω του, όποτε έμπαινε στην πόλη. Τα παιδιά ξεχώριζαν πάντα τις καθαρές ψυχές, γιατί αυτές είναι οι πιο φωτεινές από όλες.
Και εκείνος είχε καθαρή ψυχή. Παρά τα όσα του είχε φέρει η μοίρα μπροστά του.
Είχε χαμογελάσει ντροπαλά όταν εκείνη του έδειξε τη θέση δίπλα της, στο κρεβάτι της. Είχε πάρει την κούπα με το κρασί και το είχε πιει μονορούφι, αν και της αποκάλυψε ότι δεν έπινε συχνά.
Ήταν αφιερωμένος στο Θεό, λέει, και υπήρχαν μερικά πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει. Ούτε και είχε, όμως, σκεφτεί να τα κάνει.
Η Δαλιδά του είχε ζητήσει να βγάλει το χιτώνα του και να κάτσει κοντά της, δίπλα στην αναμμένη εστία, για να τη ζεστάνει με την αγκαλιά του. Του είχε πει να ηρεμήσει και να της μιλήσει για τον εαυτό του. Ότι από την πρώτη στιγμή που άκουσε για εκείνον ήθελε να τον γνωρίσει. Και ότι από την πρώτη φορά που τον είδε ήθελε να βρεθεί μόνη μαζί του.
YOU ARE READING
Giù la maschera
Short StoryΕίναι όλοι τους ήρωες. Ήρωες πονεμένων, βίαιων ή ξεκαρδιστικών ιστοριών, στις οποίες πρωταγωνιστούν, τραγουδώντας κάθε φορά τις σκέψεις τους, κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες των ρόλων τους. Οι ιστορίες τους έχουν ακουστεί πολλές φορές, αμέτρητες, σε ό...
