Καθόμουν κατω από το ξεραμένο δέντρο κοιτώντας τον παππού μου να κανει την κούνια που μου είχε υποσχεθεί.
Το απόγευμα επιτέλους κάθησα και με κούνησε χαμογελώντας. Γρήγορα πήγαμε πισω στο σπίτι. Την επόμενη μέρα έτρεξα χαρούμενη στην κούνια. Υπηρχε μπλε χρωμα στην θεση. Κοίταξα γύρω μου. Αλλά δεν είδα τίποτα. Σκούπισα την θεση νευριασμένη και κάθησα. Κουνηθηκα μέχρι να βαρεθώ.
Όταν σταμάτησα παρατήρησα μια σκια πισω από το κορμό του δέντρου. Κοίταξα πισω αλλά δεν είδα τίποτα.
Το απόγευμα που ξαναπήγα και είδα ενα κορίτσι να κάνει κούνια. Την κούνησα μια, δυο και μετά θυμωμένη την έριξα.
Ο παππούς μου έγινε πιο θυμωμένος από ότι εγω. Μου έλεγε να την ξεφορτωθώ. Έκανε την κούνια σκοινί κρεμάλας.
Το πρωι κοίταξα το κρεμασμένο κοριτσι να στάζει πανω μου την μπλε μπογιά.
Κοίταξα τον παππού να μου ορμάει έτοιμος να με σκοτώσει. Του εξήγησα ότι ήμουν εγώ και οτι επεσε το χρώμα της πανω μου.
Κοιτάξαμε ψηλά τα νεκρά σώματα
