03.52 19/08/2015
Έχει σκοτάδι παντού γύρω μου. Η μόνη πηγή φωτός είναι μια μισοσκεπασμένη λάμπα και πολλές οθόνες κινητών, παράλογα παράταιρες στο όλο σκηνικό. Μπροστά μου βλέπω τη θάλασσα, ήρεμη, γαλήνια, και με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί δεν την επισκέπτομαι συχνότερα. Είναι κι αυτή σκοτεινή, μα κρύβει μαγεία μέσα της. Είναι ήρεμη, μα αν την ταράξεις αγριεύει. Δίνει ζωή, μα παίρνει κιόλας. Γύρω μου έχει καπνό, πολύ καπνό. Κάποιος άναψε φωτιά και ο καπνός έχει πλημμυρίσει ολόκληρη την παραλία και το μέρος που κάθομαι. Γύρω μου ακούγονται από παντού ζαλισμένες φωνές και δυνατά γέλια. Ναι, το πάρτι έχει πολύ κόσμο, πολύ δυνατή μουσική αλλά παρ'όλα αυτά τα γέλια ακούγονται πιο δυνατά. Ή εγώ θέλω να τα ακούω περισσότερο από τη μουσική.
Ο ουρανός είναι πανέμορφος, τα αστέρια λάμπουν λες και κάποιος έριξε ένα ποτήρι και το περιεχόμενο του σκορπίστηκε παντού στο σκοτεινό φόντο. Θα μπορούσα να χαζεύω όλη νύχτα τα αστέρια προκειμένου να ξεφύγω από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου. Τον βλέπω να χορεύει μέσα στο μυαλό μου, να πετάει ανάμεσα στις όποιες άσχετες σκέψεις κάνω, σαν να με ειρωνεύεται που πραγματικά πίστεψα πως θα μπορούσα να ξεχάσω έτσι απλά. Βλέπω το πρόσωπο του στο ψηλό παιδί εκεί πέρα κι ακούω τη φωνή του από το παιδί πιο πίσω, ενώ το γέλιο του γυρίζει μαζί με τον καπνό του τσιγάρου του αντί για της φωτιάς μέσα στο μυαλό μου κι όχι μπροστά μου. Δε θέλω να τον σκέφτομαι άλλο.
Όσοι ήταν μαζί μου χάθηκαν στο πλήθος κι έμεινα μόνη. Η φωτιά κάνει τα πάντα γύρω μου πιο όμορφα απ'ότι αλήθεια είναι, μα τώρα σβήνει κι επικρατεί σκοτάδι και πάλι. Περπατάω μόνη στην παραλία και χάνομαι σε σκέψεις. Μπροστά μου, μπροστά στη θάλασσα κάθεται κάποιος που δεν έπρεπε να κάθεται εκεί. Κάποιος που ξέρω και δεν ξέρω. Ένας γνωστός, μα στην ουσία άγνωστος. Ίσως αν μιλήσουμε να υπάρξει κάτι να πούμε, αλλά πιθανότατα όχι. Είμαι κουρασμένη να κρίνω με βάση τα λόγια άλλων, οπότε κάθομαι δίπλα του και μιλάμε, μιλάμε για πράγματα που δεν έχουν σημασία, μα ίσως πάλι και να είναι πιο σημαντικά από αυτά που συζητάνε οι άλλοι που κρίνουν και γελάνε. Δεν καταλαβαίνει ούτε αυτός βέβαια το κενό, αλλά μιλάει και τα λόγια απομακρύνουν το μυαλό μου από τη συνεχή ενασχόληση μου με αυτό. Γελάμε, και ξαφνικά τίποτα δεν έχει σημασία. Όλα είναι πιο όμορφα, οι γραμμές είναι πιο απαλές και το σκοτάδι λιγότερο απειλητικό.
Σε μια παύση της συζήτησης σηκώνομαι και φεύγω. Δε θέλω να σκεφτώ ξανά όσα είπαμε και πως γέλασα μαζί του κι εξ αιτίας του. Με ψάχνει γύρω, μα ξέρω να κρύβομαι στο σκοτάδι. Ο καπνός της φωτιάς επιπλέει πάνω στη θάλασσα κι εκείνος με βρίσκει και με κοιτάει στα μάτια. Μπορεί να ξέρει κάτι. Δε θέλω να κάτσω άλλο. Θέλω να φύγω μακριά....
-C
