𝐈

274 11 0
                                        

Κιάρι 1937

Όσα είχα ζήσει μέχρι τότε δεν ήταν ικανά να μου μαυρίσουν την ψυχή. Είχα την πιο αθώα και μεγάλη καρδιά, που με άφηνε να συγχωρώ ακόμα και τον πιο χειρότερο άνθρωπο πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.

Ο καιρός έξω ήταν τόσο καλός και ανοιξιάτικος, τα λουλούδια άνθιζαν, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα ζώα γεννούσαν αλλά ζώα και εγώ ένιωθα να αγαπώ όλο τον κόσμο.

Πετάχτηκα με μια απέραντη χαρά από το κρεβάτι με ένα τεράστιο χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στη χείλη μου. Άνοιξα διάπλατα τα παραθυρόφυλλα του παραθύρου μου και έβγαλα το κεφάλι μου έξω για να εισπνεύσω καθαρό αέρα.

Ο ζεστός ήλιος έπεφτε επάνω στο πρόσωπο μου και με έκαιγε, αλλά αδιαφορούσα. Όσο υπήρχε στην σκέψη μου εκείνος δεν με ενοχλούσε απολύτως τίποτα.

Τον παρατηρούσα από μακριά να κατεβαίνει από τον άλογο του και να πηγαίνει στην άκρη του ποταμού. Κάθισε ακριβώς εκεί και ξάπλωσε πίσω στο χώμα, έχοντας τα μάτια του κλειστά.

Εκείνη την ημέρα τον έβλεπα για πρώτη φορά, όσες φορές είχα παει στο παρελθόν σε αυτό το γεφύρι δεν τον είχα πετύχει ποτέ άλλοτε. Δεν ήξερα ποιος ήταν, ποιο ήταν το όνομά του, αν ήταν από την περιοχή μας ή κάποιος περαστικός.

Και όμως, όταν τον αντίκρισα για πρώτη φορά αισθάνθηκα σαν να τον ήξερα για χρόνια ολόκληρα. Παρέμεινα στη θέση μου λίγο πιο πέρα, από εκεί δεν φαινόμουν και έτσι συνέχισα να τον κοιτάζω χωρίς να με έχει αντιληφθεί. Τυχαία είχα βρεθεί στο σημείο αυτό, είχα σκοπό να ζωγραφίσω το γεφύρι.

Από την ημέρα αυτή δεν έφυγε λεπτό από το μυαλό μου, ήταν καρφωμένος εκεί. Ήθελα πολύ να τον ξανά δω, έτσι κάθε μέρα πήγαινα στο μέρος αυτό με την πρόφαση πως ήθελα να συνεχίσω τον πίνακα που είχα ξεκινήσει.

Όποτε πήγαινα ωστόσο, αυτός δεν ήταν εκεί. Περίμενα με τις ώρες ώσπου να εμφανιστεί από κάπου, αλλά όχι. Όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισα να απογοητεύομαι. Ξεκίνησα να πιστεύω πως δεν θα το ξανά έβλεπα ποτέ ξανά.

<< Μαριέττα! >> από τις σκέψεις μου με έβγαλε η φωνή του Ιάσωνα. Έριξα το βλέμμα μου χαμηλά, στεκόταν ακριβώς από κάτω και με κοίταζε.

<< καλημέρα. >> του φώναξα για να με ακούσει. Είχε γύρισε για μια στιγμή από τα κτήματα, που ήταν μαζί με τον πατέρα και τον θείο Γεράσιμο, για να ξυπνήσει τον άλλο μας τον αδελφό μπας και πήγαινε και αυτός να τους βοηθήσει λίγο.

Κορίτσι μου (2)Stories to obsess over. Discover now