Breath (fanfiction with One D...

By Cupcake-Carrot_

10.8K 1.4K 964

"Δεν φοβάσαι τίποτα;" αναρωτήθηκε ο νεαρός. "Πως...Φυσικά και φοβάμαι." απάντησε εκείνη. "Λοιπόν, τι είναι αυ... More

"27 Σεπτεμβρίου"
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
28
29
30
31
32
33
34
35
36
37
38
39
40
41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
52
53
54
55
56
57
58
59

27

125 18 22
By Cupcake-Carrot_

Αυτό ήταν αρκετά περίεργο. Γύρισα μπροστά μου προσπαθώντας να ξεχάσω το περίεργο συμβάν των προηγούμενων λεπτών. Μπορεί να μου φαινόταν αυτό εξαιτίας της επίδρασης του καπνού. Ναι αυτό πρέπει να ήταν.
Αλλιώς δεν υπήρχε κανένας λόγος να με κοιτάξει έτσι. Ήταν απλά ένα δημιούργημα φαντασίας μου.

"Λοιπόν Μάικ; Που πάμε τώρα; Εμφανίστηκε αυτός ο φλώρος από το πουθενά και μας το χάλασε..." διαμαρτυρήθηκα. Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ από το δικό μου σπίτι, βρισκόμασταν μόνο δυο στενά παρακάτω. 

Ο Μάικ ήταν περίεργα ήσυχος.

"Μάικ; Μάικι;" τον κάλεσα. "Με απαξιείς;" συνέχισα παιχνιδιάρικα.

Τον κοίταξα. Φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του καθώς ο παγωμένος αέρας της νύχτας περνούσε τα κόκκινα πλέων μαλλιά του. Μια από τις καραμέλες που μας είχε δώσει η Νταιάνα έσπασε ανάμεσα στα δόντια του.  

"Ναι." είπε μετά από πολύ ώρα.

"Είσαι καλά; Φέρεσαι περίεργα." τον ρώτησα.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του και κούνησε το κεφάλι του. Κοίταξε τον δρόμο και μετά αποφάσισε να απαντήσει.

"Όχι. Είμαι μια χαρά." είπε τελικά και έφτυσε την καραμέλα στο υγρό πεζοδρόμιο.

"Γύφτε." τον πείραξα.

"Ήξερες εκείνον που ήρθε στο σπίτι της Νταιάνα;" ρώτησε ξαφνικά.

"Εμ...Ναι είναι γείτονας μου. Γιατί;" παραξενεύτηκα από την ερώτησή του. Δεν συνηθίζει να ρωτάει κάτι τόσο απότομα. Πάντα όταν θέλει να μάθει κάτι φροντίζει να "ψαρώσει" τον άλλον πρώτα.

Όπως εγώ.

"Πώς τον λένε;" άλλη μια απότομη ερώτηση χωρίς να μου εξηγήσει τον λόγο που τέθηκε.

"Γιατί με ρωτάς όλα αυτά;" δεν υπήρχε περίπτωση να του απαντήσω μέχρι να μου εξηγήσει.

"Δεν μου απάντησες." με κοίταξε με το εκνευρισμένο βλέμμα του συνοδεύοντας με αυτό τα λόγια του.

"Χάρρυ τον λένε. Και τώρα εξήγησε μου γιατί με ρωτάς." νευριασμένη τον τράβηξα από το μανίκι. 

Άργησε να απαντήσει. Φάνηκε μπερδεμένος. Τα φρύδια του ενώθηκαν και τα χείλη του άνοιξαν σε ένδειξη ότι κάτι παράξενο είχε μόλις συμβεί.

"Εντάξει." είπε τελικά χωρίς να έχει κανένα συναίσθημα στην βαθιά φωνή του.

Αυτή ήταν η απάντησή που έλαβα. Σύντομη χωρίς να υποδηλώνει τίποτα. Τον μισώ τόσο πολύ για αυτό, είναι σαν να μου δείχνει ότι ακόμα και που με έκανε σαν εκείνον δεν μπορώ να μάθω αυτά που ξέρει και αυτός.
Υπέροχα.

Μούγκρισα αφήνοντας τον να καταλάβει ότι δεν ήμουν ευχαριστημένη.

"Εδώ μένει ο Λίαμ." δήλωσε με χαμόγελο καθώς έδειχνε ένα μικρό σπίτι στην γωνία της γειτονιάς. Δεν απέχει πολύ από το δικό μου σπίτι, για αυτό τον λόγο μάλλον τον πετυχαίνω κάθε μέρα το πρωί.

"Και εμάς τι μας νοιάζει;" αποκρίθηκα ξερά.

"Είσαι να πάμε;" ρώτησε με ένα σατανικό χαμόγελο. Ανασήκωσα τους ώμους μου και με κατεύθυνε προς την μεριά του σπιτιού.

Πλησιάσαμε την ξύλινη άσπρη πόρτα του. Στολιζόταν από μια ζωγραφιά με μια πορτοκαλί κολοκύθα με μαύρα μάτια και χαμόγελο που προσπαθούσε να σε τρομάξει. Ένα μαύρο "ματάκι πόρτας" βρισκόταν από πάνω της.Το πλαστικό κουμπί για το κουδούνι δίπλα της περίμενε το χέρι του Μάικ να το πατήσει.

Φαινόταν ωραίο σπίτι. Εξωτερικά τουλάχιστον.

Ο Μάικ χτύπησε το κουδούνι. Περπάτησα άβολα δίπλα του. Δεν ήξερα ποιος θα άνοιγε την πόρτα αλλά ήξερα την προσβλητική φράση που θα έλεγε ο φίλος μου. Ήξερα πολύ καλά ότι θα έκανε τον άνθρωπο που θα άνοιγε την πόρτα να νοιώσει απαίσια για εκείνον.

Η πόρτα άνοιξε. Άνοιξε αργά προσπαθώντας λογικά να καταλάβει ποιος βρισκόταν από την άλλη μεριά.
Ένας ψηλός άνδρας μας κοίταζε πια παραξενεμένος. Είχε κοντά καφέ μαλλιά και επίσης μεγάλα καστανά μάτια. Φαινόταν σαν να  τον είχαμε διακόψει από τον βραδινό του ύπνο.

"Τι θα θέλατε;" μας ρώτησε περίεργος να μάθει τι θέλαμε στην πόρτα του.

"Φάρσα ή κέρασμα;" ο Μάικ ρώτησε και του χάρισε ένα τεράστιο χαμόγελο πιέζοντας πολύ τα δόντια του. Αυτό τον έκανε να φαίνεται σαν να ήταν πέντε χρονών και πάντα με κάνει να γελάω.
Ο άντρας γέλασε.

"Μα φυσικά...Περιμέντε λίγο." μας είπε και εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι φωνάζοντας κάτι που δεν κατάλαβα.

"Έλα πάμε μέσα." μου είπε ο Μάικ.

"Ε; Μα σε λίγο θα έρθει και-" πήγα να πω αλλά με διέκοψε αρπάζοντας τον καρπό μου.

Με τράβηξε μέσα στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού. Δεν είπε τίποτα παρά μόνο γέλασε όταν κοίταξε το πρόσωπό μου.

"Δεν θέλεις να δούμε τι υπάρχει εδώ μέσα; Είμαι σίγουρος ότι οι Πέυν έχουν πολύ περισσότερα χρήματα από εμάς." μου είπε καθώς κρυβόμασταν στην εσοχή του τοίχου.

Είχε δίκιο. Ο Λίαμ και η οικογένειά του πρέπει να έχουν αρκετά χρήματα. Αρκετά περισσότερα από εμάς τους δυο σίγουρα. Εκείνος ο άντρας μάλλον θα μας έδινε κάποια άνοστη καραμέλα, δεν θα μας έδινε κάποιο από τα αγαπημένα μας πράσινα χαρτονομίσματα.

Τι εγωιστής.

"Σωστά." συμφώνησα και χαμογέλασα στον όμορφο καταστροφέα των κανόνων μπροστά μου.

Καταστροφέας κανόνων...ωραίος χαρακτηρισμός. Τέλειος για εκείνον.

Με αυτά τα λόγια με τράβηξε πίσω στον τοίχο και τύλιξε τα χέρια του γύρω από την λεπτή μου. Έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη μου για να κάνω ησυχία. Όχι ότι θα έκανα φασαρία. Ξέρω την σοβαρότητα της κατάστασης, αν μας πιάσουν μπορεί να καλέσουν την αστυνομία.

Και δεν θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα.

Τα βαριά βήματα του ανθρώπου που μας είχε ανοίξει πριν την πόρτα πλησίασαν. Μπορούσαμε να διακρίνουμε την μαύρη του σκιά να έρχεται προς το μέρος μας κάνοντας μας να μαζευτούμε πιο πολύ στην γωνιά μας. Η αναπνοή μου σταμάτησε για λίγο καθώς μπορούσα να φανταστώ τον άνδρα να κοιτάζει έκπληκτος στην ανοιχτή, κενή πλέον πόρτα.

"Τι στο καλο;!" αναρωτήθηκε με έναν ψύθιρο και έκλεισε την πόρτα.

Συνοφρυωμένος άρχισε να προχωράει προς κάποιο δωμάτιο του σπιτιού του.

  

"Λίαμ, μπορείς να μου φέρεις την εφημερίδα;" τον ακούσαμε να φωνάζει από την άλλη μεριά του σπιτιού. Ήταν αρκετά μακριά μας έτσι αφήσαμε με τον Μάικ τις απεγνωσμένες ανάσες μας. Κοιταχτήκαμε.

Μου έκανε νόημα να προχορήσουμε προς τον αντίθετο διάδρομο που οδηγούσε λογικά προς τα δωμάτια που δεν υπήρχε κάποιος μέσα τους. Τουλάχιστον αυτό ελπίζαμε.

Αφού δεν υπήρχε κανένας για να μας κάνει να μαζευτούμε στον τοίχο ώστε να μην μας δει μπορούσα πια να παρατηρήσω λίγο το σπίτι. Δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο περίμενα. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε ένα καφέ σκούρο χρώμα που έκανε αντίθεση με τις άσπρες κορνίζες που ήταν κρεμασμένες σε αυτούς. Οι φωτογραφίες απεικόνιζαν διάφορους ανθρώπους μάλλον της οικογένειας σε διάφορα σημεία της ζωής τους.

Ένα αγοράκι με μαράκες.
Ένα κορίτσι με ένα φωτεινό χαμόγελο.
Ένα ευτυχισμένο ζευγάρι.

Με λίγα λόγια μια υπέροχη ζωή που οι φωτογραφίες είχαν προλάβει να αποτυπώσουν. Φαινόταν σαν να κορόιδευαν τον δικό μου μοναδικό τρόπο ζωής, αφού ποτέ δεν είχα αυτή την αγάπη για τις φωτογραφίες στον τοίχο.

Η μητέρα μου την έχει αυτή την αγάπη. Πολλές φορές κοιτάζει τα άλμπουμ τα βράδια και δακρύζει. Δακρύζει επειδή πέρασαν τα χρόνια και από χαρούμενο παιδί, μετατράπηκα σε μια τρελή μοναχική έφηβη και έπειτα...

Σε αυτό που είμαι σήμερα. Αυτό που δεν προσδιορίζεται με μια λέξη μόνο. Αν προσδιοριζόταν γιατί να τα έγραφα όλα αυτά;

Μια κλειστή πόρτα μας περιμένει στην δεξιά μεριά του διαδρόμου. Ήταν μισάνοιχτη.  Στην αριστερή βρίσκεται μια άλλη πόρτα. Αυτή γράφει το όνομα του Λίαμ στην άκρη της. Το έδειξα στον Μάικ και εκείνος γέλασε αθόρυβα.

Άνοιξα λίγο περισσότερο την μισάνοιχτη. Κοίταξα μέσα.

Κανείς. Μόνο ένα άδειο κρεβάτι με ανακατεμένα σκεπάσματα και μια μεγάλη ξύλινη ντουλάπα στην άκρη της. Οι πράσινοι τοίχοι μου άρεσαν. Και ο μεγάλος ολόσωμος καθρέπτης επίσης. Έδιναν στο δωμάτιο μια ιδιαίτερη μαγεία που μόνο αυτός ο καθρέπτης μπορεί να δώσει. Μέσα από αυτόν παρακολούθησα τον Μάικ να ξεκινά να ψάχνει στα συρτάρια του μεταλλικού κομοδίνου.

Εγώ αντίθετα κοίταξα πάνω στο διαφανές σκονισμένο τζάμι του μικρού τραπεζιού μπροστά από τον καθρέπτη. Ένα παλιό σχετικά ρολόι βρισκόταν πεταμένο εκεί. Το σήκωσα.

10

Αυτήν την ώρα έδειχνε. Παραξενεύτηκα. Νόμιζα ότι είχε περάσει πολύ περισσότερη ώρα.

"Μάικ, τι ώρα είναι;" τον ρώτησα.

Εκείνος έβγαλε το κινητό από την στενή μαύρη τσέπη του.

"Έντεκα, γιατί;" με κοίταξε ερωτιματικά. Του έδειξα το ρολόι.

"Χαλασμενο θα είναι." εξήγησε.

"Κοίτα ο δείκτης κουνιέται ανάποδα." μου είπε και μου έδειξε τον δείκτη που μετράει τα δευτερόλεπτα.

Όντως. Πήγαινε από την αντίθετη μεριά. Περίεργο.

"Κράτα το μπορεί να αξίζει κάτι." είπε. Κοίταξα για άλλη μια φορά το ρολόι.

Ο δείκτης είχε σταματήσει.

"Δεν είμαι σίγουρη..." κοίταξα άβολα το αντικείμενο και το άφησα πίσω στο τραπεζάκι. Ήταν τελείως άχρηστο έτσι κι αλλιώς.

Ο Μάικ στριφογύρισε τα μάτια του και έβγαλε έναν θυμωμένο αναστεναγμό.

"Δεν υπάρχει τίποτα εδώ!" είπε και κλότσησε το ξύλο του κρεβατιού.

"Κάνε ησυχία, θα μας ακούσουν!" τον μάλωσα και κοίταξα για άλλη μια φορά το τραπεζάκι.

Ένα σετ μακιγιαρίσματος μου κίνησε την προσοχή αυτή την φορά. Το άνοιξα και κοίταξα τα χρώματα.
Έβαλα το δάχτυλό μεσα στο μωβ χρώμα. Μου άρεσε πάντα να βάφω τα χέρια μου με διάφορα χρώματα. Να τα νοιώθω πάνω στο σώμα μου, να γίνομαι ένα με την ζωγραφιά. Είναι υπέροχο συναίσθημα.
Το άπλωσα πάνω στο δέρμα μου. Χαμογέλασα στην γραμμή που ζωγράφισα εκεί.

Παράτησα το σετ και τα μάτια μου έπεσαν γρήγορα πάνω σε κάποια χαρτιά που βρίσκονταν εκεί. Λερωμένα χαρτιά.

Τι ήταν;

Τα πήρα στα μικρά μου χέρια και ακούμπησα τα δαχτυλογραφημένα από υπολογιστή γράμματα. Δεν καταλάβαινα. Καθώς διάβαζα γρήγορα το περιεχόμενό τους μπερδευόμουν ακόμα πιο πολύ.

Ο κατόχων υπογεγραμμένος συμφωνεί στην χορήγηση των συγκεκριμένων φαρμάκων αξίας 2,000$ στο άτομο.
...

Έλεγε στο χαρτί.

Τι στον διάολο; Τι είναι αυτό;
Κάποια εγχείρηση;
Για ποιον;!


Από πότε υπογράφεις για να κάνεις εγχείρηση ή για να αγοράσεις φάρμακα;

"ο.." το επιφώνημα του Μάικ με έκανε να γυρίσω στην πραγματικότητα.

"Κοίτα!" μου έδειξε κάποια χαρτονομίσματα στα χέρια του.

"Μάικ πάμε να φύγουμε σε λίγο θα έρθουν." του είπα.

Όσες φορές και αν είχαμε κάνει αυτή την απόπειρα σε αρκετά σπίτια, δεν ήταν και το ότι καλύτερο να είμαστε τόσο χαλαροί. Δεν οδηγεί σε καλό.

"Αβρίλ κοίτα!!" τα μάτια μου κατευθύνθηκαν προς τα χέρια του.

Ήταν γεμάτα χαρτονομίσματα. Πράσινα χαρτονομίσματα. Τα μάτια μου άστραψαν και το λαίμαργο χαμόγελο του Μάικ έγινε ακόμα μεγαλύτερο.

"Πάμε να φύγουμε από εδώ." είπα και έγνεψε.

Ανοίξαμε την πόρτα και κατευθυνθήκαμε κατά μήκος του διαδρόμου. Οι φωτογραφίες μας χαιρέτησαν και εγώ τις αγνόησα εκνευρισμένη. Βήματα ακούστηκαν.

Βήματα ακούστηκαν προς το μέρος μας.
Βήματα κοντά μας.

Το να είμαστε χαλαροί μέσα σε ένα ξένο σπίτι για άλλη μια φορά μας έκανε να έρθουμε αντιμέτωποι με...

Τον άνδρα που μας είχε ανοίξει την πόρτα.

Μας κοίταξε παραξενεμένος.

"Τι κάνετε εδώ;" μας ρώτησε. Ο Μάικ έχωσε αργά τα χαρτονομίσματα στην τσέπη του με αποτέλεσμα να μην το προσέξει εκείνος.

"Βολτίτσα!" είπα έντονα συνοδεύοντας τα λόγια μου με ένα μεγάλο υπερβολικό χαμόγελο.

"Μπαμπά σε ποιον μιλάς;" ο Λίαμ εμφανίστηκε από την γωνία με τις πιτζάμες του.

"Να, αυτοί μπήκαν μέσα στο σπίτι μας. Τους ξέρεις;" απευθύνθηκε στον μελαχρινό γιό του.

Εκείνος κόμπιασε.

"Μας ξέρει; Φυσικά και μας ξέρει! Εκείνος μας είπε να έρθουμε για να καθίσουμε μαζί." είπε ο Μάικ και χαμογέλασε στον Λίαμ.

"Έτσι Λι;" τον κοίταξε και χαμογέλασε με νόημα.

"Ε.." ο Λίαμ δεν ήξερε τι έπρεπε να πει.

"Ναι." είπε τελικά και κοίταξε το πάτωμα.

"Καθόμασταν στο δωμάτιό του." συνέχισε την δικαιολογία.

"Ναι." ξαναείπε ο Λίαμ ντροπιασμένος.

"Α...εντάξει τότε. Λοιπόν εγώ σας αφήνω τώρα." μας χαμογέλασε και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο που βρισκόμασταν πριν.

Μείναμε μόνοι με τον Λίαμ. Εκείνος μας κοίταξε νοιώθοντας άβολα.

"Σε ευχαριστούμε Λίαμ." είπε ο Μάικ χωρίς να τον κοιτάζει και αρχίσαμε να πηγαίνουμε προς την πόρτα.

"Τι κάνατε εδώ;" ρώτησε προσπαθώντας να περιορίσει τον φόβο που λογικά ένοιωθε.

Ο Μάικ άνοιξε την πόρτα. Εγώ στάθηκα λίγο και γύρισα το κεφάλι μου για να ρίξω μια τελευταία ματιά σε εκείνον.

"Δεν σε αφορά." είπα και γύρισα ξανά στον Μάικ. Ο κρύος αέρας με υποδέχτηκε καθώς προχωρούσα έξω από το σπίτι. Αφήνοντας τον Λίαμ μόνο του να προσπαθεί να καταλάβει τι μόλις συνέβει.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ Ο ΝΙ ΕΚΑΝΕ ΤΑΤΟΥΑΖ;;; ΑΣ ΜΟΥ ΠΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ

ΤΟ ΣΟΚΑΡΙΣΜΕΝΟ ΣΑΣ ΚΑΡΟΤΟ

Continue Reading

You'll Also Like

444K 30K 60
Bo Ellis,είναι ένα φυσιολογικό κορίτσι,η ζωή της ήταν μια χαρά,μέχρι την μέρα που γνώρισε τον Harry.Η ζωή της άλλαξε απλά από ένα χώρο.Πίστευε ότι εί...
48.9K 3.1K 30
Οι μέρες του πολέμου έχουν περάσει. Οι μαθητές επιστρέφουν στο Χογκουαρτς για να φοιτησουν την τελευταία τους χρονιά. Άλλοι ως ήρωες και άλλοι όχι κα...
234K 1K 38
Ιστοριουλες για να σας κρατάν συντροφιά τα βράδια Τα πάντα αποτελούν προϊόν της φαντασίας μου και μόνο. Δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα διαβάστε...
143K 4.2K 42
"ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΠΟΥΣΤΗ ΛΟΓΟ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕΣ ΝΑ ΣΕ ΑΓΓΙΞΕΙ;" μου φωναξε και αρχισε να με πλησιαζει. "Δεν σε αφορα το τι κανω Αρη. ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ!" Φωναξα και πηγα να...
Wattpad App - Unlock exclusive features