'Υποσχέσου μου ότι δεν θα με αφήσεις ποτέ –όχι... όχι αυτό! Υποσχέσου μου ότι δεν θα με ξεχάσεις ποτέ! Ότι δεν θα αφήσεις την ανάμνησή μου να χαθεί στη λήθη. Υποσχέσου μου μόνο αυτό...' ξεμάκραινε η ηχώ στο βάθος του μυαλού, για να σβήσει μια στιγμή μετά στο πίσω μέρος του κρανίου του όπως το κύμα στην άκρη της μαβιάς λίμνης. Έσκυψε από πάνω και κοίταξε στο βαθύ μαύρο της επιφάνειας. Ένας επίπεδος καθρέφτης από οψιδιανό απλωνόταν από κάτω του, ένα υπέροχα μυστήριο και τρομακτικό συνάμα δάπεδο, σαν μια παγωμένη λίμνη σε έναν παράξενο και ξένο κόσμο. Έκανε να πλησιάσει μια πιθαμή ακόμα, ν' αγγίξει τη λεία και γαλήνια ομορφιά της, μα ένα πρόσωπο ξένο έσκισε τη μαύρη μονοτονία και πρόβαλε εμπρός του σταματώντας λίγο πριν την επιφάνεια.
«Ααα!» βγήκε μια βραχνή κραυγή από το στόμα του. Σάστισε και πισωπάτησε άτακτα χάνοντας την ισορροπία του, πέφτοντας σε καθιστή θέση πάνω στους αγκώνες του με το βλέμμα καρφωμένο στη λίμνη. 'Τι στο καλό ήταν αυτό; Ποιος είναι εκεί μέσα;' αναρωτήθηκε με μια έκφραση φόβου και απορίας. 'Κι όμως η κίνηση και η υφή του προσώπου θυμίζουν είδωλο σε καθρέφτη, μήπως...' Σηκώθηκε και πλησίασε αργά προς το σημείο. 'Το νερό είναι παχύρευστο σαν λάσπη αλλά διάφανο σαν γυαλί την ίδια στιγμή. Δεν νομίζω να ζει κάτι μέσα σ' αυτά νερά, είναι σαν υγρή κινούμενη άμμος.' Πριν προλάβει να τελειώσει τη σκέψη του, ένα παφλασμός τον έκανε να στρέψει την προσοχή του προς τα μέσα. Μια γιγάντια, μαύρη, τοξοειδής καμπύλη έκανε την εμφάνισή της μερικές εκατοντάδες μέτρα από εκεί που στεκόταν, γυαλίζοντας ασημένια κάτω από το αχνό φως των δύο φεγγαριών του σκοτεινού θόλου για να χαθεί αμέσως μετά στο κρύο σκοτάδι. 'Αυτό δεν είναι κάποιο κήτος! Φαίνεται πολύ μεγάλο βέβαια, μα, το σώμα του ήταν σαν σωλήνας. Θαλάσσιο ερπετό; Που βρίσκομαι;' Πιο επιφυλακτικός από πριν έκανε δυο ακόμη βήματα. Έσκυψε διστακτικά και κοίταξε. Αυτή τη φορά το ξένο πρόσωπο τον πλησίασε πιο αργά αλλά με την ίδια έκφραση απορίας που είχε και ο ίδιος. 'Εγώ είμαι! Πως είναι δυνατόν; Δεν θυμάμαι να ήμουν έτσι. Εγω–'
Γρήγορες αναπαραστάσεις και εικόνες περνούσαν από μπροστά του, ένας καταιγισμός σχημάτων χωρίς ήχο που εναλλάσσονταν με τέτοια ταχύτητα ώστε του ήταν αδύνατο να ερμηνεύσει το οτιδήποτε. Πολυσύχναστοι δρόμοι και θεόρατοι πύργοι από γυαλί. φώτα σε όλες τις αποχρώσεις και εντάσεις σχημάτιζαν λέξεις που δεν αναγνώριζε. γυναίκες με πολύχρωμα πρόσωπα και ρούχα, άνδρες που δεν ξεχώριζαν από τις γυναίκες παρά μόνο στη σωματική διάπλαση και... μεταλλικά μαραφέτια κολλημένα στο δέρμα τους, ένα αμάλγαμα τεχνολογίας και οργανικού υλικού που θύμιζε κάποια cult ταινία του μακρινού παρελθόντος. Το roller coaster των αναμνήσεων έκοψε ταχύτητα, σταματώντας σε ένα γκρι δωμάτιο γεμάτο αλλόκοτες συσκευές και μηχανήματα που συγκοινωνούσαν με διάφανους σωλήνες. Μέσα τους κινούνταν μια σκούρα ουσία σαν πίσσα και ατμοί έβγαιναν από σημεία εκτόνωσης του δικτύου δημιουργώντας μια νεφελώδη ατμόσφαιρα. Ένα πρόσωπο, μα όχι αυτό της λίμνης, ένα γέρικο, σταφιδιασμένο, χωρίς γένια πλησίασε το δικό του. Το δέρμα του ήταν μαυρισμένο από τον ήλιο και η ανάσα του μύριζε μέντα και κανέλλα πίσω από τα κάτασπρα σαν πορσελάνη δόντια του. Τη θέση των μαλλιών του είχαν πάρει λεπτά σωληνάρια, θαρρείς από καουτσούκ φτιαγμένα, τα οποία σε διάταξη χαίτης κατέληγαν σε ένα μεγάλο διάφανο δοχείο σαν τις μπουκάλες των δυτών. Ένα βαθύ-σκούρο μωβ υγρό, μια διαφορετική απόχρωση από εκείνο στους αγωγούς, κυκλοφορούσε μέσα στο γκροτέσκο αυτό σύστημα, χρώμα που λες το τροφοδοτούσε όλη η θλίψη και αρρώστια της ψυχοσύνθεσης αυτού του ατόμου. Η πάνω σειρά των δοντιών του αποχωρίστηκε από την κάτω και μια βουή ακούστηκε από μέσα:
« Ξέρεις τι είσαι γλυκό μου παιδί; Χα, χα, χα!» Το γέλιο βγήκε πνιχτό λες και φλέμα εμπόδιζε τις λέξεις στο φάρυγγά του. «Μια μήτρα! Απορείς; Δε χρειάζεται. Το μόνο που χρειάζεται μια μήτρα να ξέρει είναι πώς να γεννάει. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να φέρνει στο κόσμο καινούρια ζωή! Μαγικό, έτσι; Από ένα ασήμαντο τόσο δα ωάριο- μεταφορικά μιλώντας πάντα- να έρχεται στο κόσμο κάτι που μπορεί να εξελίσσεται. Θαυμάσιο και αναζωογονητικό θα έλεγα, δε συμφωνείς; Κοίτα!» Στο αριστερό του χέρι, που τις άκρες των δαχτύλων του κοσμούσαν χρυσές δαχτυλήθρες σαν νύχια γερακιού, κράδαινε μια μεγάλου μήκους βελόνα που η άκρη της κατέληγε σ' ένα οργανικό καλώδιο όμοιο με τις αρτηρίες κάτω από το δέρμα. Πλησίασε την μυτερή της άκρη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του πειραματόζωού του.
'Εγώ είμαι! Εγώ είμαι καθηλωμένος στην καρέκλα! Εγώ οσμίζομαι την κανέλλα και τη μέντα. Θεέ μου! Τι θα μου κάνει;' Ένας υπόκωφος ήχος γέμισε το κρανίο του ακολουθούμενος από φρικτό και οξύ πόνο. Το δωμάτιο έγινε θολό, το πρόσωπο παραμορφώθηκε σε μια μακρόστενη καρικατούρα. Οι τοίχοι χάθηκαν, το φως μίσεψε και το σκοτάδι αγκάλιασε το είναι του.
Δεν ήξερε πόσο χρόνο είχε μείνει αναίσθητος πάνω στην κρύα αμμο. Σηκώθηκε αργά και στηρίχθηκε στους αγκώνες του. Με αργές κινήσεις του δεξιού του χεριού έτριψε το πίσω μέρος του κεφαλιού του να ξεμουδιάσει, περνώντας ύστερα την παλάμη μπροστά από το πρόσωπό του, θέλοντας έτσι να διώξει τη ζάλη και τη σύγχυση που ένοιωθε. 'Και η φωνή;' Αυτή η γλυκιά και αρμονική μελωδία που τον ξύπνησε στην άκρη της λίμνης; Τι του ζητούσε; Γιατί; Ήταν γνώριμη, οικεία. Γυναικεία γλώσσα τα είχε σχηματίσει τούτα τα λόγια, θηλυκά χείλη τα ξεπροβόδισαν να ταξιδέψουν για να φωλιάσουν μέσα του. Ποια ήταν όμως η γυναίκα πίσω από τη φωνή; Προσπάθησε να ανακαλέσει εκείνο το κομμάτι στη μνήμη που θα τον πήγαινε κοντά της. Το πρόσωπο παραμορφωμένο χάνονταν πίσω από ένα παραπέτασμα ομίχλης και όσο τέντωνε να το αδράξει τόσο απομακρύνονταν. Του ήταν αδύνατο να συνεχίσει. Τα κεντρίσματα στο κρανίο του πλήθυναν προκαλώντας του ένα οξύ πόνο που τον έκανε να σφίξει την άμμο στα χέρια του, θαρρείς και ήθελε να την στύψει για να ποτίσει την άνυδρη γη. Και ήταν κρύα. Κρύα σαν μέταλλο. Χιλιάδες ρινίσματα που απλώνονταν σε ένα μισοφέγγαρο γύρω από τη λίμνη , ένα γκρίζο λιβάδι χωρίς σπαρτά που την μονοτονία του έκοβαν μερικά διάσπαρτα κούτσουρα, κουφάρια δέντρων που ξέβρασαν τα κύματα. Είχε όμως μια παρήγορη ψύχρα το άγγιγμά της, ένα κρύο χάδι που ηρεμούσε την ανησυχία στη σάρκα και σε καλούσε να βυθιστείς μέσα της σα να είχε υγρή υπόσταση.
Καθισμένος μπροστά από τη σκοτεινή λίμνη, ξέθαψε τη δεξιά του παλάμη και τη σήκωσε ψηλά. Μικρά ρυάκια άμμου κύλησαν μέσα από τα δάχτυλά του και ξαναγύρισαν στην αγκαλιά του μικροσκοπικού λόφου που λίγο πριν είχε δημιουργήσει. Ο σκοτεινός θόλος από πάνω του έστεκε σαν ένα απύθμενο ανεστραμμένο βάραθρο έτοιμο να τον καταπιεί. Γαντζώθηκε με τα δυο του χέρια από την αμμουδιά, λες και η βαρύτητα θα τον εγκατέλειπε, σφίγγοντας τα δόντια του με δύναμη. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και η αναπνοή του δυσκόλεψε σα να τέλευε το οξυγόνο γύρω του. 'Κρίση πανικού.' σκέφτηκε προσπαθώντας να ημερέψει την τη ταραχή στο στέρνο του. Πήρε μια βαθιά ανάσα από τα ρουθούνια του και οδήγησε τον αέρα μέχρι τα σκέλια του. Την κράτησε μέχρι να καταλαγιάσει ο χτύπος της καρδιάς στο λαιμό και εξέπνευσε με ανακούφιση από το στόμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε μια γκρίζα σαύρα με μωβ φωσφορίζουσες λωρίδες στο δέρμα της να τον κοιτάει παραξενευμένη. Το φως που έβγαινε ήταν αδύναμο και αναβόσβηνε θυμίζοντάς του μια φωτεινή επιγραφή που έλεγε Boiler. Φωτεινές επιγραφές διαδέχονταν η μία την άλλη αφήνοντας πίσω τους χρώματα σαν ουρά κομήτη, φλας , δρόμοι με τεράστιους σηματοδότες, κόσμος στρυμωγμένος σε ελλιπώς φωτιζόμενα υπόγεια και μια μουσική με τέμπο από τύμπανα αρχαίων φυλών και...τα κεντρίσματα επέστρεψαν. Με μια βίαιη κίνηση προσπάθησε να συγκρατήσει το κεφάλι του ή να το συνθλίψει . τι από τα δύο δεν του ήταν ξεκάθαρο μέσα στο πανικό που προκαλούσε ο πόνος. Η σαύρα με την πρώτη κίνηση του έσκαψε αστραπιαία ένα τούνελ στο μαλακό έδαφος και εξαφανίστηκε αφήνοντας τον να σφαδάζει στην άμμο.
«Την τρόμαξες.» παρατήρησε μια παιδική φωνή. «Οι σαύρες της άμμου είναι εξαιρετικά ανήσυχες και η παραμικρή κίνηση τις τρομάζει. Αν θέλεις να πιάσεις μία, θα πρέπει να τη δελεάσεις με άλας. Το βρίσκουν πολύ νόστιμο και μπορεί να κάθονται να το γλύφουν με τις ώρες.» Ο κόσμος είχε σταθεροποιηθεί πάλι γύρω του, αλλά μη θέλοντας να προκαλέσει άλλη μια ζάλη, γύρισε αργά το κεφάλι και το πάνω μέρος του κορμού του έχοντας πάντα τα χέρια του καρφωμένα στο έδαφος. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από ένα μέτρο στο ύψος και τα πόδια του, όπως και τα χέρια, ήταν αδύναμα σαν κλαράκια δέντρου που διανύει την εφηβεία της ζωής του. Αυτό όμως που του έκανε εντύπωση ήταν το δέρμα του παιδιού. Χλωμό και άσπρο σαν πούδρα, ή μάλλον καλύτερα, σαν κάποιος να το είχε καλύψει με πούδρα, έδινε την εντύπωση πως ο μικρός αυτός ιθαγενής είχε κάποια ασθένεια που οφείλονταν σε έλλειψη μελανίνης. Το μωβ φως από τα πετρώματα άλατος γύρω τους παιχνίδιζε απαλά πάνω του, δημιουργώντας το εφέ του black light φωτισμού πάνω στο άσπρο χρώμα.
«Είσαι πολύ χλωμός μικρέ μου. Έχεις κάποια ασθένεια; Που είναι οι δικοί σου;»
Το παιδί έτριψε το άτριχο κεφάλι του με απορία. « Είσαι στο μέρος του κόσμου που το φωτεινό άστρο δεν φτάνει ποτέ. Χωρίς το καυτό φως το δέρμα δεν καίγεται και μένει αμόλυντο και λευκό. Εσύ από την άλλη πλευρά φαίνεσαι αρκετά ροδοψημένος. Αν κάποιος θα πρέπει να ανησυχεί, είσαι εσύ ξένε.» Ο μικρός σηκώθηκε από την θέση καθίσματος που είχε πάρει και ξεκάρφωσε το δόρυ του από την άμμο. Με μια απότομη κίνηση έστρεψε την αιχμή προς την ανατολή κάνοντας το κατωφόρι, σαν φούστα μέχρι τον αστράγαλο, που φορούσε να κάνει μισή περιστροφή σηκώνοντας λίγη σκόνη. Από το δεξί μέρος της ωμοπλάτης του ξεκινούσε μια ψυχρού-μπλε χρώματος φωσφορίζουσα σπείρα, που μετά από τρεις περιστροφές συνέχιζε μέχρι τον τρικέφαλο του χεριού όπου και κατέληγε σε άλλη μία με δύο περιστροφές αυτή τη φορά. Ο ξένος ακολούθησε το δόρυ μέχρι την άκρη στενεύοντας το βλέμμα του για να δει καλύτερα. Ούτε ένα χιλιόμετρο από εκεί που στεκόντουσαν, ένα ξύλινο τείχος με μια γιγάντια πύλη υψώνονταν σα το μοναδικό ανθρώπινο κτίσμα που αντιπάλευε με τους πολυάριθμους πυρσούς του το σκοτάδι που το περιέβαλε.
«Οι δικοί μου!» του έγνεψε το παιδί να τον ακολουθήσει.
«Στάσου! Δε θα με ρωτήσεις ποιος είμαι, τι θέλω;» ρώτησε ο άντρας προσπαθώντας να σηκωθεί καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια.
Το παιδί πήρε μια έκφραση αποδοκιμασίας σαν να υποτιμούσε την αξία του ξένου. «Είσαι αδύναμος και αποπροσανατολισμένος. Αν μείνεις έξω την Ώρα του Κυνηγού, δεν θα είσαι τίποτα άλλο παρά εύκολη λεία. Ότι κι αν είναι αυτό που θες δεν θα το βρεις εδώ. Εδώ το μόνο για το οποίο μπορείς να ελπίζεις είναι να επιβιώσεις.» Γύρισε την πλάτη του και το σχέδιο στο δέρμα του φώτισε πιο έντονα. «Βιάσου! Τα πετροσπουργίτια είναι ανήσυχα στις φωλιές τους. Κάποιος μεγάλος θηρευτής βγήκε να μαζέψει ψυχές. Έλα!» Το αγόρι επιτάχυνε το βηματισμό του και ο ξένος το μιμήθηκε. ' Κυνηγοί ψυχών, σάρκες που φωσφορίζουν; Τέρατα στη λίμνη και ένας ουρανός χωρίς ήλιο; Εφιάλτης! Ναι αυτό είναι.' Στο δρόμο προς το ξύλινο τείχος άκουσε μουγκρητά και γρυλίσματα, πεταρίσματα πουλιών και κλάμα κουταβιού. Κρύος ιδρώτας κύλησε στο μέτωπό του και έπεσε στα μάτια τσούζοντας τα, αλλά δεν τα σκούπισε. Τα χέρια του βοηθούσαν το κορμί του να κουνηθεί, να φτάσει πιο γρήγορα στην ασφάλεια της πύλης. Πόσα λεπτά πέρασαν δεν μπορούσε να ξέρει. Αν κάποιος τον ρωτούσε θα έλεγε ώρες. Τόσο του φάνηκε. Το χλωμό αγόρι ξεκρέμασε ένα κοκάλινο κέρας από τη ζώνη της φούστας του και το έφερε στο στόμα του φυσώντας με δύναμη κάνοντας τα μάγουλά του να φουσκώνουν σαν να μιμούνταν έναν βάτραχο. «ΒΟΟΥΟΥΟΥΜΜΜ» Ακούστηκε βαθύ και αυστηρό το σινιάλο. Ένα φαλακρό κρανίο που κράδαινε ένα πυρσό εμφανίστηκε στην κορυφή της πύλης φωτίζοντας με κίτρινο χρώμα το πέτρινο αέτωμά της. Ήταν μια αναπαράσταση ενός μυθολογικού ερπετού που στο στόμα του είχε αρπάξει ένα από τα τρία φεγγάρια και μερικά πλοία που το καταδίωκαν. Η τεχνοτροπία του σκαλίσματος στη πέτρα θύμισε στον ξένο κάτι ζωγραφιές μιας αρχαίας φυλής που ονομάζονταν Βίκινγκς.
«Είναι η Σκοτεινή Βιολέτα. Η θεά της λίμνης.» Εξήγησε ο μικρός με σοβαρό ύφος. Σήκωσε το δόρυ του και έδειξε προς τα καράβια. «Αυτοί είναι οι σκουρόχρωμοι, μολυσμένοι από το καυτό φως σαν κι εσένα. Όταν η Θεά βγήκε από τη λίμνη και κατάπιε τον Σούννα για να προστατέψει τα λευκά παιδιά της, οι μολυσμένοι οργίστηκαν και άρχισαν να την καταδιώκουν. Όμως η θεά ήταν πολύ δυνατή και η λίμνη το σπίτι της.» Εκείνη τη στιγμή τα φύλλα της πύλης έτριξαν και άρχισαν να χωρίζουν. Ο φρουρός από πάνω τους έκανε μια τοξοειδή κίνηση με τον πυρσό στέλνοντας πυρωμένες σταγόνες φωτιστικού λαδιού να πέσουν στο έδαφος.
«Άουτς» ψέλλισε ο ξένος τρίβοντας το δεξί του μπράτσο. 'Δεν είναι εφιάλτης, ο πόνος ήταν αρκετά αληθινός. Μα πώς;»
« Πως σε αποκαλούν στον τόπο σου;» τον ρώτησε ο μικρός πολεμιστής.
«Με αποκαλούν;» κοίταξε απορημένος.
Το παιδί κατάλαβε πως ήταν μπερδεμένος. «Η μητέρα σου πως σε φώναζε για να πας κοντά της;»
'Julius!Υποσχέσου μου μόνο αυτό. Μη με ξεχάσεις...' Ήρθε πάλι η γυναικεία ηχώ. Δεν ήταν η μητέρα του, γι' αυτό ήτανε σίγουρος. 'Ποια όμως;'
«Θα χρειαστώ ένα τίτλο ή όνομα για να σε φέρω μπροστά στον αρχηγό της φυλής. Αν δε θυμάσαι το δικό σου μπορώ αν σου βρω ένα. Είμαι πολύ καλός στο να σκαρφίζομαι πράγματα.» Άρχισε να χαϊδεύει με τον αντίχειρα και δείκτη το πιγούνι του σε έκφραση σκεπτικισμού κοιτάζοντας προς τον ουρανό.
«Julius.» απάντησε ξεψυχισμένα ο ξένος. «Έτσι με αποκαλούσε μια γυναίκα. Julius...»
«Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο!» αναφώνησε όλο χαρά το αγόρι. «Σου ταιριάζει απόλυτα. Πάμε λοιπόν Ιούλιε.» και χοροπήδησε πέρα από την πύλη μέσα στην ασφάλεια των τειχών εκφράζοντας έτσι τη χαρούμενη διάθεσή του.
«Jul–» πήγε να ξεστομίσει αλλά άφησε την πνοή απλώς να φύγει χωρίς τον ήχο. Δεν είχε δύναμη ούτε να φωνάξει πια. Αργά, σαν κουφάρι που απλώς μέτραγε το ένα βήμα μετά το άλλο άφησε πίσω του την πύλη που έκλεινε ασφαλίζοντας το χωριό από την Ώρα του Κυνηγού και τους θηρευτές της. Το σκοτάδι ούρλιαξε. Καρδιές σφίχτηκαν γύρω από τις φωτιές που όσο δυνατά κι αν έκαιγαν, δεν κατάφερναν να ζεστάνουν το αίμα που είχε παγώσει κάτω από το δέρμα.