Κεφάλαιο 1 - Μέρος 1ο

28 4 0
                                        

POV Τζέις

Όλοι όσοι με έχουν γνωρίσει με θεωρούν παράξενο και διαφορετικό. Δεν τους καταλαβαίνω καθόλου. Είμαι σαν όλους τους άλλους δεκαεξάχρονους. Εντάξει, μπορεί εγώ να είμαι τέρμα αντικοινωνικός και εσωστρεφής, αλλά έτσι είναι απλά ο χαρακτήρας μου. Ίσως έγινα έτσι από τότε που έχασα τον πατέρα μου και μετακόμισα στην Αγγλία, αλλά τώρα που το σκέφτομαι από πάντα ήμουν πολύ κλειστός και ήσυχος χαρακτήρας.

Δεν έχω κανένα φίλο. Ο μόνος συνομήλικός μου που μιλάω είναι ο Άλαν, το παιδί που κάθεται δίπλα μου την ώρα της Φυσικής. Δεν λέω, καλό παιδί αλλά ώρες-ώρες με πιάνει πονοκέφαλος με την πολυλογία του. Φυσικά, ούτε λόγος για κορίτσι. Δεν είχα ποτέ μου κοπέλα, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν με καίει το θέμα. Ίσως δεν έχω βρει ακόμα την κατάλληλη.... όχι ότι άμα τη βρω θα γυρίσει να κοιτάξει εμένα, αλλά τέλος πάντων.(Ναι, έχω και αρκετά χαμηλή αυτοεκτίμηση σε περίπτωση που δεν το είχατε καταλάβει.)

Γενικά μισώ τη ζωή μου, είναι εξαιρετικά ανιαρή. Όλη τη μέρα, είτε διαβάζω, είτε βοηθάω τη μητέρα μου στο εστιατόριο μας. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες ώρες μέσα στην εβδομάδα που πραγματικά τις απολαμβάνω. Όσο πιο συχνά μπορώ παίρνω το σετ εξερεύνησης και πηγαίνω στο δασάκι της περιοχής. Είναι ένα μέρος που αποκαλώ επίγειο παράδεισο. Βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα έξω από την πόλη, αλλά είμαι ο μόνος που ενδιαφέρεται να το επισκεφτεί. Δεν έχουν ιδέα τι χάνουν!

"Τζέις, πάω στη δουλειά. Μην ξεχάσεις να κλειδώσεις το σπίτι πριν φύγεις." με διέκοψε από τις σκέψεις μου η φωνή της μητέρας μου που ακουγόταν από τον κάτω όροφο του σπιτιού.

"Εντάξει, μαμά. Καλή δουλειά!" είπα ενώ σηκώθηκα για να ετοιμαστώ.

Αφού ντύθηκα έβαλα όλα τα απαραίτητα στο σακίδιο πλάτης που έπαιρνα πάντα μαζί μου. Πριν βγω από το δωμάτιό μου κοίταξα για μια στιγμή τη θέα του παραθύρου μου. Μόλις είχαν ξεκινήσει οι καλοκαιρινές διακοπές και ο ήλιος έκαιγε πάνω από την πόλη. Ήταν ο τέλειος καιρός για εξερεύνηση στο δάσος.

"Τέλεια!" μονολόγησα ενθουσιασμένος και κατέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά της σκάλας. Πήρα τα κλειδιά μου από το τραπέζι της κουζίνας και αφού κλείδωσα ξεκίνησα την συνηθισμένη διαδρομή.

Περπατούσα βιαστικά χωρίς να κοιτάξω ούτε λεπτό γύρω μου. Ψηλά κτίρια, μαγαζιά, δρόμοι γεμάτοι κίνηση, πάρκα, πλήθος ανθρώπων· τα προσπερνούσα όλα αδιάφορα έχοντας στο μυαλό μονάχα τον προορισμό μου.

Μετά από κάμποση ώρα περπάτημα επιτέλους έφτασα. Σταμάτησα απότομα σε απόσταση αναπνοής, σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα τα πελώρια δέντρα που υψώνονταν μπροστά μου. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο το δάσος αυτό με τραβούσε από μικρό· λες και φώναζε το όνομά μου όποτε βρισκόμουν κοντά. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προχώρησα στο εσωτερικό.

Another WorldWhere stories live. Discover now