Άνοιξα τα βλέφαρα μου με δυσκολία, και το κρύο, διαπέρασε ευθύς το γεμάτο με αίματα, αδύναμο κορμί μου. Τα χέρια μου έπιασαν αυθόρμητα το φυλαχτό στο λαιμό μου καθώς το χιόνι άγγιζε με δύναμη την επιδερμίδα μου. Τα ρούχα μου σκισμένα, και οι αναμνήσεις ακόμη φρέσκες στο μυαλό μου.
Φωνές, ψίθυροι και ένας πονοκέφαλος αντικατέστησαν το βουητό του ανέμου. Δύο ζεστά χέρια έπιασαν τη μέση μου και κάποιος με έβαλε στην αγκαλιά του. Κάτι απαλό και μάλλινο σαν κουβέρτα κάλυψε το παγωμένο σωμα μου και σιγά σιγά έβλεπα το τοπίο γύρω μου να ξεθωριάζει. Με τα χέρια μου άγγιξα την κουβέρτα και με όση δύναμη είχα, την κράτησα επάνω μου. Εκλεισα τα ματια μου παραδομένη στο σκοτάδι.
Είχα ζεσταθεί αρκετά και μπορούσα πλεον να κουνήσω με ευκολια τα μέλη του σωματος μου. Κοίταξα γύρω μου και έπειτα απο μεγάλη δυσκολία μπόρεσα να περιεργαστώ το δωμάτιο. Δύο καστανά μάτια συνάντησαν τα δικά μου και βήματα άρχισαν να ηχούν μες τη σιωπή.
-Πως είσαι; είπε μια απαλή και γλυκιά φωνή. Μια κοπελα ψηλή, και εκείνη με καστανά μάτια και ξανθά μαλλια, με πλησίασε βάζοντας το χέρι της στο κούτελο μου.
-Καλά ξεστόμισα τραυλίζοντας και εκείνη χαμογέλασε.
-Ευτυχώς ο πυρετός σου έπεσε. Μπορείς να σηκωθεις; ρώτησε ευγενικά και έκανε μερικά βήματα πίσω. Κάνοντας ενα νεύμα απομάκρυνα το ζεστό πάπλωμα και σηκώθηκα όρθια.
-Σηκώθηκε;; άκουσα μια άλλη φωνή να λέει και μια άλλη κοπελα πλησίασε το κρεβάτι μου.
-Ναι κυρία είπε το ξανθό κορίτσι και με μια μικρή υπόκλιση βγήκε εξω.
-Επιτέλους είπε μά κοκαλωσε. Τα ματια της καρφώθηκαν στην μικρή ουλή που υπήρχε στον ώμο μου.
Την είχα από μικρή και όλοι έλεγαν πως ηταν το σημάδι γέννησης μου. Δεν είναι δυνατον τραύλισε και τοποθέτησε το χέρι της πανω στον ώμο μου, αγγίζοντας έτσι την ουλή απαλά με τα ζεστά της δάχτυλα. Γυρνώντας το κεφάλι μπορούσες να επεξεργαστείς καλύτερα τα μικρά τατουάζ που είχε στα δάχτυλα της.
Κοίταξα τα γαλάζια ματια της. Ηταν ομορφη και γλυκιά.
-Είσαι καλά; τη ρώτησα μόλις ένιωσα ένα τρέμουλο να προέρχεται από το χέρι της.
-Μαλιστα κυρία είπε και γονάτισε μπροστά μου.
-Τι κανεις; τη ρώτησα σηκώνοντας την.
-Έλινορ που είσαι; ακούστηκε μια βαριά αντρική φωνη και ένα ψηλο αγορι εμφανίστηκε μπροστα μας.
-Γκρέιντερ είπε εκείνη σκουντωντας τον και δείχνοντας με τα ματια της την ουλή μου.
-Ω με συγχωρείτε. Βασίλισσα τραύλισε μπερδεμένα εκείνος και έπεσε στα γόνατα. Αναστεναξα και τον σηκωσα και εκείνον.
-Μα γιατί το κάνετε αυτό; και πως με λέτε έτσι; είπα αγανακτησμενη και κοίταξα τα πράσινα ματια του αγοριού.
-Είσαι η βασίλισσα μας. Επιτέλους ήρθες είπε με μια φωνη η κοπελα.
-Με λενε Γκρέιντερ και εκείνη είναι η κοπελα μου η Έλινορ. Εσάς; είπε ο Γκρέιντερ δίνοντας μου το χερι του.
-Ελίζαμπεθ χαρηκα είπα και δέχτηκα την χειραψία του. Ύστερα κοίταξα εξω.
-Είστε καλά; με ρώτησε η Έλινορ κοιτάζοντας το χλωμό προσωπο μου.
-Δεν καταλαβαίνω. Που είμαι και τι λέτε: Και σας παρακαλώ να μου μιλάτε στο ενικό είπα κοιτάζοντας τους.
-Εντάξει. Όμως ελα. Θα σου εξηγήσουμε είπε το ξανθό κορίτσι και με έπιασε απο το χέρι. Ο Γκρέιντερ βγήκε πρώτος εξω και έπειτα ακολούθησα εγώ με την Έλινορ.
~•~•~•~•~•~•~•~••~•~•~•~•~•~•~•~•
YOU ARE READING
The White Wolf
Werewolf"Είχα μια απλή και φυσιολογική ζωή, όπως κάθε κορίτσι στην ηλικία μου άλλωστε. Μια μέρα όμως. Μια μέρα αρκούσε για να αλλάξουν όλα προς το χειροτερο. Οτι είχα καταφέρει μεχρι τωρα φάνηκε ασήμαντο και άχρηστο. Και ποια ήταν η μέρα εκείνη; 18 Απρίλη...
