Μάζεψα τα πόδια μου και τα έφερα κοντά στο στήθος μου. Κοιτούσα αυτήν την μεριά της πόλης.
Σκοτεινή και τρομακτική.
Από δίπλα υπάρχει ένα μπάρ, όλοι τους εκεί μέσα είναι ναρκομανής έφηβοι.
Και πάλι τα ίδια, φωνές από καβγάδες.
Κάθε βράδυ όλοι φεύγουν με αίματα.
Σήκωσα το μανίκι της μπλούζας μου και κοίταξα τις δικές μου χαρακιές.
Τις κοιτούσα για ώρα παρατηρώντας το αίμα.
Ανασηκώθηκα και άρχισα να περπατώ, κάθησα σε μια γωνία για να μην φαίνομαι, πίσω από έναν κάδο.
Δύο αγόρια βγήκαν έξω και άρχισαν να βρίζουν ο ένας τον άλλον.
Κούνησα λίγο το σώμα μου ώστε να βολευτώ καλύτερα.
Στην προσπάθεια μου αυτή, καταλάθος πάτησα ένα από τα πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου.
Ωχ, μακάρι να μην με άκουσαν.
Μαζεύτηκα ακόμα περισσότερο.
Και οι δύο άντρες στράφηκαν προς το μέρος μου.
Πλησίασαν αργά μαζί.
Ξαφνικά ο κάδος δεν υπήρχε πια μπροστά μου και αντίκρισα τους δύο άνδρες.
Ο ένας είναι κάπως ωραίος θα έλεγα. Είχε σγουρά μαλλιά και η ματιά του σκότωνε.
"Πιά είσαι εσύ και γιατί βρίσκεσαι εδώ;" είπε ο άλλος άνδρας. Νομίζω είναι ξανθός. Το σκοτάδι δεν βοηθάει την όραση μου.
Ο σγουρομάλλης απλά με κοιτούσε.
"Σε ρώτησα κάτι!" Φώναξε ο ξανθός άνδρας και με έπιασε από την μπλούζα σηκώνοντας με πάνω.
