ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

14.8K 481 17
                                    

Ένιωσα ανακούφιση όταν άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι τέλους της βαρετής ρομαντικής αηδίας που μόλις είδα. Σηκώθηκα από τη θέση μου πριν ανάψουν τα φωτά της αίθουσας και φόρεσα βιαστικά το τζιν μπουφάν μου, βλαστημώντας από μέσα μου που έχασα δυο ώρες από τη ζωή .

«Σας περιμένω έξω.» είπα βιαστικά στον αδελφό μου και στην κοπέλα του και έτρεξα σχεδόν για να βγω πρώτη από την έξοδο του κινηματογράφου.

Τους περίμενα πάνω από πέντε λεπτά και τους είδα να βγαίνουν μαζί με το πλήθος ,αγκαλιασμένοι και ευτυχισμένοι. Ο Νίκος κάτι της ψιθύριζε στο αυτί και η Νίνα χασκογελούσε. Την αντιπαθούσα αυτή τη κοπέλα. Όχι ότι μου έκανε ποτέ κάτι προσωπικά. Ήταν πάντα γλυκομίλητη και ευγενική . Δε νευρίαζε ποτέ. Δε μάλωνε ποτέ με τον αδελφό μου και γενικά την έκανε ότι ήθελε. Αντικειμενικά ήταν όμορφη κοπέλα.Με ζωηρά ανοιχτόχρωμα γαλάζια μάτια και πλούσια καστανόξανθα μαλλιά.Καταγόταν από παλιά πλούσια οικογένεια βιομηχάνων. Όπως στον ελληνικό κινηματογράφο τις δεκαετίας του εξήντα, έτσι και οι δικοί της όταν έμαθαν ότι η κόρη τους βγαίνει με ένα μεσοαστό όπως ο Νίκος ,έφριξαν και πάτησαν πόδι. Αλλά επειδή πάντα η αγάπη νικά σε αυτές τις ταινίες, έτσι και η Νίνα τα τσούγγρησε με τους δικούς της και εδώ και ένα μήνα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας. Με αποτέλεσμα στο μικρό μας δυάρι να στριμωχτούμε τέσσερα άτομα. Εγώ , η μάνα μας με το αλτσχαιμερ, ο αδελφός μου και η Νίνα. Τα πρωινά φοιτούσα σε μια σχολή φυσιοθεραπείας ενώ ο αδελφός μου και η Νίνα έμεναν σπίτι με τη μαμά για να την προσέχουν . Συνήθως όμως ξυπνούσαν αργά το μεσημέρι, γιατί ο αδελφός μου δούλευε το βράδυ και έπαιρνε πάντα μαζί του και τη Νίνα για παρέα . Το τελευταίο χρόνο είχε ανοίξει ένα μπαράκι μαζί με έναν φίλο του και οι δουλειές τους πήγαιναν πολύ καλά. Έτσι λοιπόν όταν έφευγα από το σπίτι κάθε πρωί, πάντα κλείδωνα για να μη βγει η μαμά μου έξω. Την είχαμε χάσει κάνα δυο φόρες και από τότε τρόμαξα. Όταν γυρνούσα το μεσημέρι μαγείρευα. Τρώγαμε όλοι μαζί και αργά το απόγευμα, ο Νίκος και η Νίνα έφευγαν για το μπαράκι. Εγώ από εκεί και πέρα είχα να πλύνω, να καθαρίσω ,να σιδερώσω ,θα κάνω μπάνιο τη μαμά μου και να μελετήσω για τη σχολή μου. Ήμουν μόλις δεκαεννέα χρονών αλλά ένιωθα σαράντα. Δεν είχα ποτέ διάθεση ούτε χρόνο να βγω έξω με τις φίλες γιατί ήμουν πάντα κουρασμένη. Και τον ελάχιστο χρόνο που ξέκλεβα το σαββατοκύριακο προτιμούσα να προπονούμε στο τζούντο, που τόσο λάτρευα παρά να ξενυχτώ στα μπαράκια όρθια μπεκρολογώντας όπως έκαναν τα παιδιά της ηλικίας μου.Και για σχέση με το αντίθετο φίλο,ούτε συζήτηση. Το τόλμησα καμιά δυο φορές αλλά δεν περνούσε ούτε ένας μήνας και τα παλικάρια γίνονταν άφαντα. Όσο ωραία κοπέλα και να είσαι, γιατί δεν ήμουν και άσχημη ,αν σου λέει ο καλός σου να βγείτε και εσυ τη μια έχεις τη μάνα σου την άλλη είσαι κουρασμενη,την άλλη έχεις δουλειές πόσο να σε ανεχτεί. Και με το δίκιο του.

Το παιχνίδι της ζωής (προσεχώς θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Maradel Books)Where stories live. Discover now