14.

14 5 1
                                                  

Ο Θεός βλέπει και το άδικο δεν το συχωράει. Μπορεί να μην το κάνει άμεσα αλλά θα σου δώσει πίσω την αδικία που εσύ προκάλεσες. Άλλες φορές σου στέλνει δυσκολίες για να σου δείξει πόσο δυνατός άνθρωπος είσαι, πόσο πολύ καλά παλεύεις για να επιβιώσεις.

Ο Έκτορας, κατάλαβε αργά την άσχημη συμπεριφορά του απέναντι στην Μαρκέλλα. Δεν έπρεπε να την εγκαταλείψει είχε σταθεί πολύ μεγάλος μαλάκας τότε όμως δεν ήθελε να αφήσει την καριέρα του, έπρεπε να διαλέξει και όμως έκανε την λάθος επιλογή και αυτή η λάθος επιλογή του στοίχισε πολύ ακριβά.

Όταν όμως την είδε μπροστά του μετά από τόσα χρόνια στο σχολείο είδε πάλι εκείνο το φως να γεμίζει τον χώρο. Αυτό το φως που είδε και στην εκκλησία όταν την πρωτοαντίκρισε. Αυτή την φορά όμως ήταν πιο δυνατό σου έκπεμπε δυναμικότητα, αυτοπεποίθηση. Τότε ήταν μια παιδούλα, αθώα και καλοσυνάτη δεν κρατούσε ποτέ κακία σε κανένα και χαμογελούσε πάντα. Τώρα ήταν μια ώριμη γυναίκα με τσαγανό και ύφος. Το χαμόγελο της υπήρχε δεν είχε αλλάξει από τότε, αλλά το βλέμμα της σε τρόμαζε, είχε κάτι, κάτι που σε γοήτευε κάτι σκοτεινό ίσως να ήταν έτσι επειδή την αντίκρισε μετά από πολλά χρόνια και ήταν σε στάση άμυνας αλλά και πάλι τον αναστάτωσε. Την είχε ερωτευτεί αυτή την γυναίκα το βλέμμα της τον γέμισε ενοχές για ότι της έκανε, για τον θησαυρό που εγκατέλειψε έτσι. Πως όμως έφτασε στην Θεσσαλονίκη; Τι είχε συμβεί με το παιδί που περίμενε που του είπε ότι είναι δικό του; τότε το βλέμμα του έπεσε στην Σοφία, στην κοπέλα του γιου του. Έκατσε και τα υπολόγισε. Η Σοφία ήταν κάτι μήνες μεγαλύτερη του Παντελή γεννημένοι την ίδια χρονολογία. Έτρεξε στο υπνοδωμάτιο του και άνοιξε ένα κουτί που είχε φυλαγμένο μέσα στην ντουλάπα του, από εκεί μέσα έβγαλε μια παλιά φωτογραφία που είχαν τραβήξει μαζί με την Μαρκέλλα λίγο πριν την εγκαταλείψει όταν έμαθε ότι περίμενε το παιδί του. Και τότε σαν αναλαμπή κατάλαβε.

Η Σοφία ήταν το παιδί του. Η Σοφία ήταν το παιδί που είχε κάνει με την Μαρκέλλα και τους εγκατέλειψε, ήταν το λάθος που έκανε τότε. Και τιμωρήθηκε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ένιωσε το σώμα του να μουδιάζει από το σοκ, από το φόβο την αγωνία. Και η Σοφία, είχε μπλέξει με τον γιο του άρα αυτά τα δύο παιδιά ήταν, αδέρφια. Όχι δεν είναι δυνατόν! Έκατσε στο καναπέ τα πόδια του δεν τον βαστούσαν ευτυχώς που ο γιος του δεν ήταν εκεί για να δει την κατάσταση του. Έπρεπε να βρει την Μαρκέλλα να μιλήσουν, αλλά που; Θυμόταν που ήταν το σπίτι της μιας και είχε πάει μια φορά την Σοφία εκεί. Όχι δεν ήταν καλή ιδέα δεν ήθελε να της δημιουργήσει περισσότερο πρόβλημα. Το μαγαζί της πάλι ήταν στην Αριστοτέλους αλλά ποιο από όλα; εκεί υπήρχαν ένα σωρό μαγαζιά.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣΌπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα