13.

14 5 1
                                                  

ΜΝΗΜΕΣ...

Πως γίνεται να μην ερωτευτείς; Πως γίνεται να μην αγαπήσεις; Δεν γίνεται. Ο κάθε άνθρωπος έχει το άλλο του μισό δίπλα του για να ζήσει όμορφα έτσι το είχε και αυτός. Έτσι απρόσμενα εκείνη την μέρα όρθιος στο ψαλτήρι της εκκλησίας έψελνε την πρωινή Κυριακάτικη λειτουργία. Τελευταία στιγμή του ζήτησε ο πατέρας του βοήθεια στην εκκλησία γιατί ο ψάλτης του δεν μπορούσε να πάει. Ήταν ξενυχτισμένος από το πολύωρο διάβασμα που έκανε σε δύο μέρες θα έδινε εξετάσεις για να περάσει στο Πανεπιστήμιο της Ελβετίας. Μετά που αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του ΑΠΘ ήθελε να επεκτείνει τις σπουδές του με ένα μεταπτυχιακό στο τομέα που σπούδασε και το Πανεπιστήμιο της Ελβετίας ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για αυτόν. Τουλάχιστον με την βοήθεια που πρόσφερε στον πατέρα του θα έπαιρνε και κάτι. Ο πατέρας του ήταν παπάς της εκκλησίας εκείνου του χωριού που ήταν ξεχασμένο από το Θεό μέσα στα βουνά και με τους ελάχιστους κατοίκους πως το καλό το βρήκε αυτό το χωριό ούτε ο ίδιος ήξερε. Τα μυαλά εκεί είχαν σταματήσει στο χίλια οκτακόσια. Παλιομοδίτικοι άνθρωποι χωρίς να έχουν κάποια εξέλιξη στην ζωή τους, ζούσαν για τα ήθη και τα έθιμα και αν τα παραβίαζες σε κοιτούσαν με μισό μάτι ευτυχώς που δεν ζούσε με τον πατέρα του. Ο πατέρας του μετά που πέθανε η μητέρα του, εγκαταστάθηκε εκεί δίνοντας όλη την προσοχή του στραμμένη στο θεό. Δεν είχαν περάσει εύκολα χρόνια. Όταν η μάνα του διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού άρχισε ένας μεγάλος Γολγοθάς και για τους δύο και όταν έφυγε για την τελευταία τους κατοικία, ο πατέρας του κλείστηκε στο εαυτό του και στην προσευχή. Πέρασαν χρόνια για να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια του και τα κατάφερε αλλά με πολύ δυσκολία.

Αυτός δεν ήθελε να ασχοληθεί πολύ με τον πατέρα του. Είχε την δικιά του πλέον ζωή και τα δικά του όνειρα, το καλό ήταν ότι ο πατέρας του δεν τον απέτρεψε πάντα τον υποστήριζε πάντα τον συμβούλευε να κάνει πάντα αυτό που του έλεγε η καρδιά του. Και το έκανε, σπούδασε στην Θεσσαλονίκη, πέρασε ξέφρενα τέσσερα χρόνια χωρίς την προσοχή κανενός, χωρίς να του λέει κανείς τι να κάνει. Διάβαζε και τον ελεύθερο του χρόνο κυρίως τα Σαββατοκύριακα έβγαινε με τους φίλους μέχρι το πρωί.

Τελειώνοντας με το φανταριλίκη του, κατάφερε να πάρει και το δίπλωμα της Βυζαντινής μουσικής και να δουλεύει σε κάποιες εκκλησίες ψέλνοντας αλλά τίποτα δεν ήταν μόνιμο κάτι που έψαχνε αλλά το να βρεις μια θέση σε ένα ψαλτήρι ήταν πολύ δύσκολο. Έστρεψε το ενδιαφέρον του να επεκτείνει τις γνώσεις του σε ένα μεταπτυχιακό της Θεολογίας στο εξωτερικό και αφού έκανε την αίτηση θα έδειχνε εξετάσεις και θα περίμενε τα αποτελέσματα να βγουν και να ξεκινήσει ακόμα δύο χρόνια μακριά από την πατρίδα.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣΌπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα