12.

17 5 1
                                                  

Η Μαρκέλλα κοίταξε το άδειο ποτήρι της σηκώθηκε και το ξανά γέμισε είχε πιει ήδη δύο ποτήρια ουίσκι και πήγαινε για το τρίτο δεν της κολλούσε ύπνος μετά από αυτή την ταραχή που πήρε. Πέρασε ώρες φέρνοντας στο μυαλό της μνήμες του παρελθόντος, γεννήθηκε και έζησε σε εκείνο το νησί, πέθανε όταν το εγκατέλειψε και ξανά γεννήθηκε από τις στάχτες της ξεκινώντας μια άλλη ζωή μακριά από τον τόπο της. Όταν έφτασε στην Θεσσαλονίκη και άρχιζε να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα στην αγορά εργασίας ένιωθε ελεύθερη μακριά από πρέπει και μη. Έκανε κουμάντο στην ζωή της και του παιδιού της που είχε γεννηθεί και μεγάλωνε μέρα με την μέρα. Είχε επικοινωνία με την γιαγιά της αραιά και που, στον μόνο άνθρωπο που της στάθηκε γιατί για τους γονείς της δεν υπήρχε. Δεν ήθελαν να ξέρουν ούτε που είναι ούτε τι κάνει. Την πονούσε αλλά έπρεπε να συμβιβαστεί με την κατάσταση. Και αυτό έκανε. Δεν τους ενόχλησε ποτέ, δεν επικοινώνησε ποτέ και απλά τους άφησε.

Μετά από χρόνια πέθαναν και οι δυο μαζί. Κανείς δεν γνώριζε την αιτία του θανάτου τους και δεν πήγε ούτε στην κηδεία. Την ενημέρωσε η γιαγιά της που ήταν ράκος όταν της τηλεφώνησε κλαμένη και της είπε ότι έφυγαν. Στεναχωρήθηκε, έκλαιγε μέρες αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Οι υποχρεώσεις της ζωής της ήταν πολλές και έπρεπε να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να τα βγάλει πέρα ώστε να μεγαλώσει το μωρό της το οποίο το πρόσεχε γυναίκα στις αρχές μέχρι να πάει σχολείο. Στο μνημόσυνο τους έφτιαξε κόλλυβο, το πήγε στην εκκλησία να το διαβάσουν και μετά το μοίρασε στην γειτονιά της για την μνήμη τους. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Και μετά από δύο χρόνια, έφυγε και η γιαγιά της για την τελευταία της κατοικία εκεί ήταν που πλάνταξε στο κλάμα και δεν δούλεψε για δυο μέρες. Έχασε τον πραγματικό της άνθρωπο την δεύτερη πραγματική της μάνα αλλά η γιαγιά της δεν την άφησε έτσι την είχε βοηθήσει πολύ και την βοηθούσε στέλνοντας της κάθε μήνα ένα καλό χρηματικό ποσό για να πάρει ρούχα στο κοριτσάκι της και να της μείνουν για τα υπόλοιπα έξοδα της. Πέρα όμως από αυτό, της έγραψε και το σπίτι της που τόσα είχε περάσει εκεί μέσα και για να έχει μία στέγη στο κεφάλι της όταν θα θελήσει να γυρίσει πίσω. Το πατρικό της που πέρασε και αυτό στα χέρια της όπως και το Οινοποιό τα πούλησε. Δεν ήθελε να θυμάται τίποτα από αυτά τίποτα από την παιδική της ηλικία, τίποτα από αυτά που ξαφνικά γκρεμίστηκαν, και με αυτά τα λεφτά έβαλε εργάτες να της φτιάξουν το σπίτι της γιαγιάς της. Ο εργολάβος τυπικός στην δουλειά του, την ενημέρωνε και τις έστελνε φωτογραφίες για τα έργα που έκανε. Το ανακίνησε πλήρως προσθέτοντας άλλο ένα όροφο το έχτισε με πέτρα και έβαλε μια μεγάλη πισίνα. Το τελικό αποτέλεσμα της άρεσε πολύ. Ήταν μια πετροχτιστή βίλα με μοντέρνες προδιαγραφές στο εσωτερικό του. Μπορεί στο μέλλον να το νοίκιαζε σε ξένους που έρχονταν στο νησί να κάνουν διακοπές ο τουρισμός είχε κάνει μεγάλη ανάκαμψη και βίλες φύτρωναν σε κάθε γωνιά του τόπου αυτού που πριν κάτι χρόνια ήταν αμπέλια και χωράφια.

Όταν ο παππούς χώρισε με την γιαγιά της και έφυγε από το χωριό δεν ήξερε καν ότι ζούσε στην Θεσσαλονίκη και είχε τέτοιο σπίτι το οποίο το άφησε σε εκείνη. Τον θυμόταν τον παππού της την αγαπούσε πολύ και κρυφά από όλους της έπαιρνε παγωτά όταν κατέβαινε στην πόλη παρόλο που κακοποιούσε συνέχεια την γιαγιά της η οποία ήταν η αιτία διαζυγίου κάτι που δεν ήταν σωστό για τα χρόνια παρακατιανή τις φώναζαν αυτές που έδιωχναν τον άντρα από το σπίτι. Τότε ήταν ήθος που ο άντρας χτυπούσε την γυναίκα. Έτσι έδειχναν την δύναμη τους και την θέση τους. Όμως όταν το πράγμα ξέφυγε η γιαγιά δεν άντεξε άλλο και τον έστειλε στην μάνα του όπως έλεγε. Τελικά από εκεί που δεν είχε τίποτα, απέκτησε πολλά. Μπορεί να την είχαν διώξει από το σπίτι της αλλά δεν την ξέχασαν μπορεί να την φώναξαν πουτάνα αλλά ποτέ δεν το εννοούσαν. Με αυτό το τρόπο κατάφερε να έρθει η ζωή της σε καλύτερη μοίρα και να κάνει αυτό που ήθελε.

Και τώρα εκεί που έβρισκε το δρόμο για μια ισορροπημένη ζωή ήρθαν όλα άνω κάτω. Η κόρη της ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε τρελά και όταν είδε ποιος είναι ο πατέρας του έχασε την γη κάτω από τα πόδια της το παλικάρι της όπως το φώναζε είχε προχωρήσει στην ζωή του και είχε κάνει κι άλλο παιδί που αυτό το παιδί, ερωτεύτηκε την κόρη της. Ξαφνικά, άρχιζε να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν της κολλούσε. Αφού ο Παντελής ήταν στην ίδια ηλικία με την Σοφία και γεννημένοι την ίδια χρονολογία τότε ο Έκτορας την είχε κοροϊδέψει. Σίγουρα είχε παράλληλη σχέση με άλλη και αυτή η άλλη ήταν όταν της έλεγε ότι έπρεπε να ταξιδέψει γιατί έδινε μαθήματα. Και δεν ήταν μόνο το κέρατο που έφαγε, την άφησε έγκυο και εξαφανίστηκε μα γιατί; Αφού ήταν χαρούμενος όταν του ανακοίνωσε ότι περιμένει παιδί γιατί να της το κάνει αυτό; Τότε αν ο Παντελής είναι παιδί του και η Σοφία είναι παιδί του, τότε τα δύο παιδιά... είναι... είναι ετεροθαλή αδέρφια!

Άρχιζε να ζαλίζεται. Όχι δεν είναι δυνατόν δυο αδέρφια αγαπιούνται ερωτικά! Όχι έπρεπε να το σταματήσει όλο αυτό το συντομότερο πριν προχωρήσουν την σχέση τους και μετά καταλήξει σε τραγωδία. Πρέπει να μιλήσει με την Σοφία το συντομότερο, να της εξηγήσει. Αλλά τι να της πει; Ότι έχει σχέση με τον αδερφό της; Όχι δεν πρέπει να της το ξεφουρνίσει έτσι θα ταραχτεί πολύ. Πρέπει να το χειριστεί διαφορετικά ευτυχώς που η κόρη της θα έμενε τελικά στην Ηλιάνα και θα είχε όλο το βράδυ να σκεφτεί τι μπορεί να κάνει με αυτή την κατάσταση που επικρατεί, πως θα βάλει σε σειρά αυτό το χάος που της δημιούργησε αυτός ο άντρας. Αυτό το κάθαρμα που όταν τον αντίκρισε μετά από τόσα χρόνια μπροστά της, της ξύπνησε κάθε μνήμη κάθε στιγμή που είχε περάσει μαζί του, της αναστάτωσε όλη την καρδιά ναι τον είχε πάντα στην καρδιά της γιατί ήταν ο πρώτος της έρωτας, γιατί ήταν ο άντρας που την κοιτούσε στα μάτια και έλιωνε σαν αναμμένο κερί. Τόσες υποσχέσεις, τόσα όμορφα λόγια πήγαν χαμένα. Είχε μείνει ο ίδιος. Ένα παλικάρι ψηλό, με τα μαύρα του μαλλιά και τα μελιά του μάτια οι κρόταφοι του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν κάτι που τον έκανε ακόμα ποιο γοητευτικό αλλά όχι, δεν θα άφηνε την γοητεία του να την επηρεάσει αυτή την φορά δεν θα του χαριζόταν θα τον έκανε να υποφέρει όπως την έκανε και αυτός να υποφέρει τόσα χρόνια. 

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣΌπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα