11.

15 5 3
                                                  

ΜΝΗΜΕΣ...

Ήταν ένα χωρίο της Κρήτης. Λίγο έξω από την πόλη του Ρεθύμνου μέσα στα βουνά δεν το ήξερε πολύς κόσμος. Από εκεί μπορούσες να δεις την πόλη του Ρεθύμνου απλωμένη σαν χαλί από σπίτια και την όμορφη θάλασσα που την περιτριγύριζε. Το κλίμα της ήταν από τα καλύτερα. Η γη της έβγαζε τους ποιο νόστιμους θησαυρούς. Κρασί, λαχανικά, μυρωδικά, τυριά γάλα πρόβειο από τα ζωντανά που τρέφονταν από την γη και μόνο, υπέροχα φρέσκα αυγά και αυτό το υπέροχο παρθένο ελαιόλαδο. Θυμόταν μικρή της έβαζε κάθε πρωί η μάνα της να τρώει ζυμωτό ψωμί που είχε βγει εκείνη την ώρα από το φούρνο με λάδι και μυζήθρα. Το ποιο δυναμωτικό πρωινό για να γεμίσει το στομάχι της και να ξεκινήσει την μέρα της.

Γεννημένη σε εκείνο το χωρίο και με την βοήθεια των γωνιών της έμαθε να αγαπάει τον τόπο της και να τον σέβεται. ''όταν σέβεσαι την γη σου, αυτή θα σου δώσει τα πολυτιμότερα διαμάντια'' της έλεγε ο πατέρας της. Μεγάλωσε με μια από τις ποιο ευκατάστατες οικογένειες του χωριού, ο πατέρας της Μανούσος Καλογεράκης ήταν Οινοποιός. Είχε το καλύτερο οινοποιό στην Κρήτη και σαν αποτέλεσμα να έχει μεγαλώσει μέσα στα κρασιά και τα αμπέλια όπου την έπαιρνε μαζί του ο πατέρας της για της τα δείξει και να την κάνει βόλτα με το άλογο. Ήταν η αδυναμία του η μοναχοκόρη του.

Οι καιροί άλλαζαν τα χρόνια περνούσαν και ο κόσμος εξελισσόταν. Εκεί πέρα όμως, ήταν λες και ο χρόνος είχε σταματήσει. Οι παραδώσεις και τα έθιμα ήταν ακόμα στην ζωή τους τα προξενιά όταν έφτασε σε μια ηλικία πήγαιναν και έρχονταν. Όμως εκείνη δεν ήθελε κανένα και τίποτα. Εξαφανιζόταν όταν η μάνα της είχε επίσκεψη στο σπίτι την κυρά Ρόδο την προξενήτρα του χωριού , μια χοντρή με μια τεράστια ελιά στο μάγουλο που κάθε τρεις και λίγο ήταν εκεί μέσα προσπαθώντας να πείσει την ίδια για κάθε υποψήφιο γαμπρό. Όχι δεν θα το ανεχόταν άλλο όλο αυτό. Έπαιρνε σαν άγιο κατσίκι τους δρόμους μέχρι που ο δρόμος την έβγαζε πάντα στην κεντρική εκκλησία του χωρίου εκεί ψηλά στο λόφο με μια θέα που σου έκοβε την ανάσα, καθόταν κάτω από εκείνη την γέρικη ελιά όπου έλεγαν ότι όποιο ζευγαράκι καθόταν κάτω από εκείνη το πάντρευε. Έτσι ήθελε και εκείνη, να παντρευτεί αυτόν που θα την αγαπούσε πραγματικά και δεν θα την έπαιρνε μόνο για οικονομικό συμφέρον.

Και ερωτεύτηκε, ερωτεύτηκε τρελά εκείνο τον άντρα με την αγγελική φωνή. Είχε πάει με τους γονείς της όπως κάθε Κυριακή στην πρωινή λειτουργία και τον είδε εκεί στο ψαλτήρι να ψέλνει, είχε τόσο καθαρή φωνή, που ανεστηζε και νεκρό. Το γυναικείο ένστικτό της ξύπνησε και λαχταρούσε να τον δει ξανά και όταν της έριξε εκείνο το βλέμμα και έμειναν να κοιτάζονται, τότε κατάλαβαν και οι δύο ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον ήταν ο γιος του παπά Γρηγόρη, ένα όμορφο παλικάρι με τα ποιο εκφραστικά μάτια που είχε δει ποτέ της. Τον ερωτεύτηκε τρελά όπως και αυτός.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣΌπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα