Τα «αμφίβια» αυτοκίνητα

32 5 4

Το μεσημέρι της επόμενης μέρας έβρεξε. Ίσως το φθινόπωρο έκανε την πρώτη απόπειρα να αντισταθμίσει τη θερμοκρασία, όμως είχε καταφέρει κάτι πολύ χειρότερο. Η βροχή άλλαξε διάθεση και έγινε κυκλώνας. Πολλά γειτονικά σπίτια στις ακτές της Βιρτζίνια έμειναν δίχως ηλεκτρικό ρεύμα. Στο ραδιόφωνο πάνω στο τραπέζι οι μετεωρολογικές υπηρεσίες μιλούσαν για παράκτιες πλημμύρες και κατακλυσμούς, καθώς το ύψος του νερού μπορεί να έφτανε τα τρεισήμισι μέτρα. Η καταιγίδα ήδη είχε καταστρέψει τεράστια κομμάτια της ασφάλτου από την ακτή της Μασαχουσέτης ενώ σήμερα το πρωί είχαν αναφερθεί τέσσερις θάνατοι, από δέντρα που είχαν πέσει πάνω σε οχήματα οδηγών στην μέση των πλημμυρισμένων δρόμων.
Ενώ τα άκουγα όλα αυτά, σκεφτόμουν το σκυλί. Σκεφτόμουν τι συνέβη όταν πήδηξε πάνω μου: Για μονάχα ένα δευτερόλεπτο, πρόλαβα να δω το Προκαθορισμένο σαν καρέ από φιλμ: κατά την διάρκεια του άλματος ο κορμός του Τζέφρι επιμηκύνθηκε με αφύσικο τρόπο, άτριχος σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του. Το δέρμα ήταν λείο, σχεδόν ανθρώπινο. Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι είχα διακρίνει έναν αφαλό, πράγμα απίστευτο να είχε συμβεί, μιας και τα σκυλιά δεν έχουν αφαλούς σαν των ανθρώπων. Ύστερα από την επίθεση που με άφησε με τριάντα πέντε ράμματα —τα οποία ξεκινούν από την ρίζα του αγκώνα και φτάνουν ως την έξω κεφαλή του τρικέφαλου μυός — με στιγμάτισε και ο ψυχολογικός φόβος για τα σκυλιά.
Το συναπάντημα ξεχάστηκε για λίγο καιρό και το ξαναθυμήθηκα μετά από δύο εβδομάδες. Είχαν όλα επιστρέψει πίσω στους φυσικούς ρυθμούς —σχεδόν.
Η μαμά ξελέπιαζε κολιούς σε ένα κόκκινο λεκανάκι στον νεροχύτη. Στα γαντοφορεμένα χέρια της υπήρχαν γυαλιστερά λέπια σαν νύχια και η κόψη του μαχαιριού πηγαινοερχόταν πάνω στην ασημένια επιδερμίδα του ψαριού. Δίπλα στο γοφό της, στην ξύλινη επιφάνεια κοπής, υπήρχαν δυο ξεκοιλιασμένα ψάρια και ένα ακρωτηριασμένο κεφάλι με το στόμα να χάσκει απορημένο την αιτία του θανάτου του. Η κουζίνα βρομούσε ψαρίλα, μια απαίσια οσμή που στην πορεία θα ανακάλυπτα ότι δεν την κουβαλούσαν μόνο τα ψάρια. Κοιτούσα τον πλημμυρισμένο δρόμο από την τζαμωτή πόρτα της κουζίνας, με το σαγόνι μου πλάγια ακουμπισμένο στην ράχη του καναπέ. Η οδός είχε πλέον μετατραπεί σε βρόμικο ποταμό, που φούσκωνε καταβροχθίζοντας βάσεις πολυώροφων κατοικιών και ρόδες παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Και εκεί έξω ήταν που είδα αυτό που επαλήθευσε την ύπαρξη του Προκαθορισμένου.
Μέσα στην θύελλα κυκλοφορούσαν τρελοί οδηγοί με την απειλή του θανάτου να τους επισκιάζει. Κατάλαβα ότι οι τροχοί των οχημάτων είχαν χάσει την ηρεμία που πάντα αναγνώριζα στην ομορφιά της πόλης. Αυτό που είχα δει με είχε προβληματίσει πολύ περισσότερο από το αλογίσιο κάλπασμα και το «ελαστικό στομάχι» του σκύλου. Οι ρόδες στριφογύριζαν και έκαναν τα οχήματα να κινούνται πάνω στην επιφάνεια του νερού. Το ύψος έφτανε τα τρεισήμισι μέτρα! Ένα σκουρόχρωμο μπουκάλι μπίρας χτυπήθηκε από τις ρόδες μιας Φορντ, όμως αντί να σπάσει όπως θα έπρεπε κανονικά, το μπουκάλι βυθίστηκε στο νερό κι έπειτα από μισό λεπτό αναπήδησε ανέπαφο στο τέλος του δρόμου, πλέοντας δίχως νόημα και προορισμό. Άλλα αυτοκίνητα διέσχιζαν το βρόμικο, καφετόχρωμο ποτάμι σαν αμφίβια οχήματα του στρατού, τινάζοντας αφρισμένα νερά στις λασπωμένες ζάντες τους. Κλαδάκια και σκουπίδια που περνούσαν κάτω από τους τροχούς βυθίζονταν και έπειτα από λίγο αναπηδούσαν στην επιφάνεια του νερού, ακριβώς όπως εκείνο το μπουκάλι μπίρας. Αυτή η σκηνή ήταν η επιτομή της διαστρεβλωμένης πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας που ανακάλυψα από παιδί και που δεν μπορούσα να ελέγξω σε σχέση με την παιδική φαντασία μου, που ήταν ελέγξιμη.

Σελίδα: 37 από 38

Βδελυρός νουςΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!