Κεφάλαιο Δεύτερο

68 8 0

Ένα άγγιγμα με επανάφερε πίσω στην πραγματικότητα, εκεί που θα έβλεπα πού σκόπευε να την πάει, τι σκόπευε να της κάνει, ένας κύριος που φορούσε μπλε βελούδινο κοστούμι, με ρώτησε αν είμαι καλά. Τον κοίταξα αιφνιδιασμένος και μπερδεμένος. Παραλίγο να μου πέσει το θερμός από το πτυσσόμενο τραπέζι, αλλά ο τύπος το έπιασε πάνω στην ώρα κάνοντας έναν ελιγμό. Έγλειψα τα στεγνά χείλη μου. «Καλά είμαι, ευχαριστώ», απάντησα.
«Είκοσι λεπτά σε παρακολουθώ και δεν μπορώ να καταλάβω αν έχεις πάθει εγκεφαλικό ή αν είναι πολύ πρωί», μου είπε.
«Μακάρι να ήταν το πρώτο».
«Τα μάτια σου πάντως είναι κατακόκκινα». Συχνό σύμπτωμα της ενορατικής ματιάς. «Δεν βλεφαρίζεις ποτέ;»
Δεν ήξερα τι να του πω. Όταν επανέρχομαι τόσο απότομα ζαλίζομαι λες και έχω πιει. Πάντα θέλω μερικά λεπτά να συνέλθω. Μήπως να του έλεγα ότι δεν πρέπει να βλεφαρίζω αλλιώς χάνεται το οπτικό ερέθισμα του Σκηνικού;
«Ξηροφθαλμία», του απάντησα. Έβγαλα το κολλύριο από το σακίδιο και έριξα μια σταγόνα σε κάθε μάτι.
«Κι εγώ το παθαίνω αυτό όταν κάθομαι ώρες μπροστά στην οθόνη», είπε. «Ενοχλητικό. Λες και έχεις χαλίκια στα βλέφαρα. Φαίνεσαι πολύ νέος. Πόσο είσαι;»
Κανονικά έπρεπε να με ρωτήσει πώς με λένε. Αλλά μάλλον δεν χρειαζόταν. Κατά κάποιο τρόπο γνωριζόμαστε ήδη. Βασικά, μόνο εγώ τον γνωρίζω. Ονομάζεται Φίλιπς Χόκινς και είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που έχει κόμπλεξ με τα κιλά της. Η κυρία Χόκινς δεν έχει αντιληφθεί τι συμβαίνει με τον άντρα της -η κουβέρτα-σάουνα, τα χάπια και οι κρέμες αδυνατίσματος την απασχολούν πολύ παραπάνω. Δεν έχει αντιληφθεί ότι ο σύζυγός της είναι καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος, δηλαδή της «ντουλάπας», ακόμα κι αν έχει να του σηκωθεί από την ημέρα του γάμου τους, κι αυτό με βιάγκρα. Η Κάρλα ένιωθε ότι είναι χοντρή και άσχημη για να τον διεγείρει, πράγμα που της προκαλούσε κι άλλες ανασφάλειες. Τόση ώρα χαμένος στα Σκηνικά δεν είχα καταλάβει ότι η διπλανή θέση είχε μείνει κενή και είχε καθίσει αυτός κοντά μου. Η υπηρεσία, τουλάχιστον στην βασική κατηγορία θέσης, δεν εξασφαλίζει αποκλειστικό κάθισμα αν δεν πλήρωνες για τις ανώτερες θέσεις. Μπαίνεις και κάθεσαι όπου εσύ θέλεις. Ξαφνιάστηκα όμως, σχεδόν είχα ξεχάσει ότι πριν από λίγο έγραφα και είχα αφήσει ανοιχτές τις σημειώσεις μου πάνω στο τραπεζάκι. Τις έκρυψα βάζοντας το χέρι μου από πάνω. Μήπως πρόλαβε να διαβάσει κάτι; σκέφτηκα, ιδρώνοντας κάπως κάτω από τις μασχάλες μου.
«Τέλος πάντων», είπε. «Δείχνεις κουρασμένος. Μην σε ενοχλώ άλλο».
«Είμαι είκοσι τεσσάρων», του απάντησα ενώ είχε μισοσηκωθεί από το κάθισμα.
Κάθισε πάλι κάτω.
«Μικροδείχνεις», είπε με χαμόγελο. Ήταν το είδος του χαμόγελου που πρέπει να ανταποδώσεις. «Φίλιπς Χόκινς». Σήκωσε το χέρι του και δίστασα για λίγο. Χαμογέλασα μηχανικά και το έσφιξα. Ήταν ιδρωμένο και αυτό με έκανε να θυμηθώ το ιδρωμένο χεράκι της Βανέσα. Το σκούπισα διακριτικά στο κοτλέ παντελόνι μου, σαν να απόδιωχνα κάθε σκέψη του Σκηνικού.
«Με λένε Όουεν Μπόουμαν».
Το τρένο σταμάτησε με απότομους τριγμούς στον κόκκινο σηματοδότη. Κάπου πίσω μας ένα μωρό άρχισε να κλαίει.
«Λοιπόν, Όουεν. Είσαι αρθρογράφος;»
«Τι;» απόρησα.
«Λέω, είσαι αρθρογράφος;»
«Γιατί ρωτάς;»
«Έχεις γράψει εννιά με δέκα σελίδες εκεί πέρα», είπε. Δέκα σελίδες. Τόση ώρα με παρακολουθεί˙ και αμφιβάλλω αν ήταν μόνο είκοσι λεπτά.
«Όχι», απάντησα. «Εννοώ, δεν είμαι αρθρογράφος».
«Κρίμα. Φαίνεται να σου αρέσει το γράψιμο. Και είσαι τόσο νέος», είπε πάλι.
Ο σηματοδότης άναψε πράσινο. Το τρένο πήρε μπρος, συνέχισε να προχωράει. Έστριψε και το γόνατο του άντρα έγειρε πάνω στο δικό μου. Δεν υποχώρησα. Από αμηχανία τράβηξα την μπλε κουρτίνα για να δω έξω πού βρισκόμουν. Μπαίναμε σε μια πυκνή στέγη κίτρινων φυλλωμάτων˙ από δω μπόρεσα να διακρίνω τα μπροστινά βαγόνια και τις αόριστες σιλουέτες των επιβατών κοντά στα χλωμά παράθυρα. Έπειτα, όταν το τρένο ήρθε και πάλι στα ίσα του, τα μπροστινά βαγόνια με τους επιβάτες χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο. Κάπως έτσι είναι και αυτό που ψάχνω. Λίγο να κοιτάξεις από την άλλη, να βλεφαρίσεις μια στιγμή, και ίσως να μην το ξαναδείς για μέρες, εβδομάδες, μήνες. Ίσως και ποτέ ξανά.
Τελείωσα τη σκέψη μου και είπα: «Είμαι συγγραφέας».
«Α!» έκανε, δείχνοντας ικανοποιημένος. «Είμαι ο ιδρυτής της διαδικτυακής σελίδας Post-it Daily. Την έχεις ακουστά;» Έκανε μια κίνηση με το χέρι λες και διώχνει μύγες και είπε: «Δεν έχει σημασία βασικά. Ψάχνω νέους αρθρογράφους, αλλά θα μπορούσες να 'χεις δική σου στήλη ως συγγραφέας. Έχεις εκδώσει κάτι στο παρελθόν;» ρώτησε.
«Όχι», του απάντησα, αλλά ήταν ψέμα. Το 2007 είχα εκδώσει με ψευδώνυμο ένα βιβλίο πάνω στην Θεωρία του Κύβου. Δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, ωστόσο δεν ήταν αυτός ο λόγος που δεν ήθελα να του πω την αλήθεια.
«Δουλεύω κάτι τώρα».
«Υπέροχα». Έβγαλε μια κάρτα από το πέτο του. «Δεν πειράζει που δεν έχεις εκδώσει κάτι. Εσύ απλώς κάλεσε εδώ και ζήτα το όνομά μου. Χόκινς. Να το τονίσεις. Ο γραμματέας μου θα καταλάβει».
«Φίλιπς Χόκινς, το 'πιασα».
«Αυτός είσαι». Μου έκλεισε το μάτι με μια οικειότητα που με έκανε να νιώσω αμήχανα, αλλά μια ωραία αμηχανία. Το τρένο σταμάτησε στον σταθμό, οι αυτόματες πόρτες άνοιξαν και ο άντρας με το μπλε κοστούμι βγήκε έξω, με την σιλουέτα του να γίνεται ένα με το βιαστικό πλήθος. Απόμεινα να κοιτάζω την κάρτα της Post-it Daily.

Σελίδα: 17 από 23

Βδελυρός νουςΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!