Κεφάλαιο Τρίτο

44 6 2

Την επόμενη μέρα, προτού ξεκινήσω για το Γιούνιον Στέσιον, είδα τα αθλητικά παπούτσια του Λέοναρντ έξω από την πόρτα του δωματίου του, σημάδι πως δεν είχε ξυπνήσει ακόμα για τη δουλειά. Πρέπει να ήταν πολύ κουρασμένος χθες.
Άνοιξα την πόρτα του ελαφρά και κοίταξα μέσα στο υπνοδωμάτιό του. Η μικρή τηλεόραση Panasonic στο έπιπλο έδειχνε πρωινάδικα. Ένα κίτρινο χλομό φως ερχόταν από τη μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου. Ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, ήταν ο Λέοναρντ, με πρωινή στύση. Το αγνόησα.
«Λέοναρντ», είπα. Αντίκρυ από το κρεβάτι, στον τοίχο, μερικά καδράκια. Δεν αναγνώριζα κανένα από τα πρόσωπα που χαμογελούσαν. «Λέοναρντ, ξύπνα».
Εκείνος μούγκρισε, έφερε τις παλάμες στο πρόσωπό του, έβγαλε έναν ξηρό ανασασμό από τα ρουθούνια και έπειτα τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. «Τι ώρα είναι;» ρώτησε με μάτια νωθρά από το αγουροξύπνημα.
«Καλά ξυπνητούρια», είπα. «Δεν έχεις σχολείο. Πλέον είσαι ενήλικας και έχεις αργήσει».
«Σκατά», ψέλλισε. Έτρεξε στο μπάνιο και άνοιξε εντελώς την πόρτα. Το χλομό φως τώρα έγινε έντονο αφήνοντας το κίτρινο χνάρι μιας πλατιάς βεντάλιας στο πάτωμα. Μέσα ξεχώρισα απλωμένα εσώρουχα που στέγνωναν πάνω σε ένα συρματόσχοινο. «Έχω αργήσει!»
«Θα προλάβεις. Είναι επτά και είκοσι».
«Δεν θα προλάβω. Ο άλλος θα με κρεμάσει».
«Καλά, ο υπεύθυνος σου ούτως ή άλλως θα σε κρεμούσε».
«Πάψε να μουρμουράς και πιάσε μου τα παπούτσια από τον διάδρομο».
«Μήπως θες να σου δέσω και τα κορδόνια;»
«Όχου», έκανε, μπουκωμένος από αφρούς οδοντόπαστας. «Τράβα στη δουλειά σου, τα καταφέρνω». Έκανε γαργάρες, έφτυσε τους αφρούς.
«Όπως επιθυμείτε». Τώρα φορούσε τους φακούς επαφής του. Παρατήρησα ότι δεν έπλυνε τα χέρια του πρώτα. «Το μάτι σου είναι καλύτερα;» ρώτησα.
«Όχι. Μάλλον είναι οι φακοί επαφής».
«Ίσως αν δοκίμαζες να πλένεις τα χέρια σου προτού τους φορέσεις να έπιανε».
«Βαριέμαι».
«Ελπίζω να μη βαριέσαι να τα πλύνεις και μετά το χέσιμο».

Σελίδα: 24 από 29

Βδελυρός νουςΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!