ΧΑΡΑ

18 1 0
                                                  

Η χαρά έβαλε ένα ποτηρί κρασί και κάθισε στην βεράντα ατενίζοντας το απέραντο πέλαγος.

Έχει κάτι αυτή η βραδία, δεν μοιάζει με τις άλλες, το χρώμα της, η αίσθηση της, το ελαφρό αεράκι που σου χαιδεύει το πρόσωπο και ο ήχος της βροχής....σαν μια παλιά μελωδία που κρατάς χρόνια κρυμένη στην ψυχή σου και ακούς μόνο εσύ, ένας ήχος που σε γαληνεύει και σε ηρεμεί.

Νιώθω ότι είμαι σε μια απέραντη θάλασσα, σκέφτηκε η χαρά... παλεύω με τα κύματα χωρίς να έχω κάπου να πιαστώ, πνίγομαι, και η Ιθάκη μου έχει χαθεί στον ορίζοντα πίσω από τα μαύρα σύννεφα. Όπως τα κύματα σκάνε με δύναμη στα βράχια και διαλύονται έτσι και τα όνειρα μου διαλύονται πάνω στους πόνους. Οι ενοχές και το άγχος μήπως πω ή κάνω κάτι που θα νευριάσει ή θα πληγώσει τους άλλους, βαρίδια στα πόδια μου που με τραβάνε ακόμα πιο κάτω.

Διάβασα κάπου όλα είναι θέμα επιλογών, ακόμα και η κατάθλιψη, επιλέγω να έχω κατάθλιψη... έτσι και εγώ επιλέγω να παραιτηθώ... κοιτάζοντας πίσω βλέπω ότι πότε δεν τα παράτησα σε τίποτα, ήρθε όμως η ώρα να το κάνω, να αφεθώ και σιγά σιγά να βουλιάξω μέχρι να με κρατήσει για πάντα η θάλασσα στην αγκαλιά της.

Εδώ και καιρό περιφέρομαι με τους πόνους μου σαν ζωντανή νεκρή... , προσπαθώντας να πίσω τους άλλους πως είμαι καλά... ίσως να έχω ήδη πεθάνει, ίσως να πέθανα εκείνο το ίδιο κρύο βράδυ που πέθανε ο πατέρας μου...

Ένα δάκρυ κύλυσε , το σκούπησε γρήγορα, ξέρει οτι κανείς δεν το είδε, όμως ξέρει οτι έπεσε και τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο, εκτός από εκείνη, εκείνη έχει μείνει πίσω, πίσω στην μέρα που έκλεισε τα μάτια και του είπε καλό ταξίδι...

Ολοκλήρωση ανάγνωσης
ΧΑΡΑ
ΧΑΡΑΌπου ζουν οι ιστορίες. Ανακάλυψε τώρα