...Βρε παλιόπαιδα...{36}

1K 133 12

I choose to be happy

Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρεύτη και χαμογέλασε στο είδωλο της γλυκά

Ουπς! Αυτή η εικόνα δεν ακολουθεί τους κανόνες περιεχομένου. Για να συνεχίσεις με την δημοσίευση, παρακαλώ αφαίρεσε την ή ανέβασε διαφορετική εικόνα.

Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρεύτη και χαμογέλασε στο είδωλο της γλυκά.
Το λευκό μάξι φόρεμα που φορούσε αγκάλιαζε υπέροχα το κορμί της και τόνιζε σωστά κάθε σημείο του σώματος της.Έμοιαζε λες και ήταν κομμένο και ραμμένο αποκλειστικά για εκείνη και ας μην ήταν.
Το βρήκε πριν λίγους μήνες στο πατρικό της σε ένα άσπρο κουτί το οποίο βρισκόταν ξεχασμένο σε μία ντουλάπα.
Μέσα είχε ένα γράμμα με τον γραφικό χαρακτήρα του πατέρα της ο οποίος έκανε στην μητέρα της δώρο αυτό το φόρεμα για τον γάμο τους.
Ήταν τόσο όμορφο το φόρεμα που αποφάσισε να το πάρει κρυφά μαζί της και να το κρατήσει σαν ενθύμιο.Ως το μόνο πράγμα που θα της θύμιζε την μητέρα της.Δεν σκόπευε να το φορέσει ποτέ της,όμως σήμερα σαν μία ξεχωριστή μέρα για εκείνη μόλις είδε το κουτί στην ντουλάπα της ήθελε σαν κολασμένη να το φορέσει,ήθελε να έχει κοντά την μητέρα της μαζί της.
Με την άκρη του ματιού της είδε το είδωλο του Νόα στον καθρεύτη να την κοιτάει έκπληκτος και έπειτα η έκφραση του άλλαξε με ένα πονηρό χαμόγελο στα χείλη.
«Μπορώ να σου πω;»την πλησίασε και έπιασε με τα δυο του χέρια την παλάμη της σφίγγοντας την τρυφερά.
«Φυσικά...ξέρεις πως μπορείς να μου λες τα πάντα.»ένα γλυκό χαμόγελο τρεμόπαιξε στα χείλη της.«Δεν είμαι καλός με τα λόγια,και πολλές φορές άθελα μου με τον ιδιόρυθμο χαρακτήρα μου πληγώνω τους άλλους και έχω πληγώσει αμέτρητες φορές και εσένα,αλλά ξέρω πως σε λατρεύω και δεν θέλω να φύγεις ποτέ από την ζωή μου ξανά.
Θέλω να ξυπνάω και να κοιμάμαι μαζί σου και να σε αγγίζω και να αντικρίζω το όμορφο χαμόγελο σου που έχει κάνει τον πάγο στην καρδιά μου να λιώσει και να χάνομαι στα πράσινα λιβάδια των ματιών σου για πάντα.
Πολύ κλισέ όλα αυτά,αλλά έτσι αισθάνομαι.»είπε με μία ανάσα και έριξε το γαλανό του βλέμμα πάνω της.
Η καρδιά της Ρενέ σφυροκόπησε και δεν μπόρεσε με τίποτα να κρύψει το χαμόγελο της.
Έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του μπλε τζιν του και έβγαλε κάτι μικρό.
Ένα λαμπερό δαχτυλίδι με ένα μαύρο μαργαριτάρι δίπλα σε ένα λευκό,δεμένα σεένα περίτεχνο ασημένιο κόμπο που έμοιαζε με τριαντάφυλλο.
Τα μάτια της Ρενέ άνοιξαν διάπλατα και τσίμπισε το χέρι της με δύναμη έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να ξυπνήσει από το ονειρο που βρισκόταν,αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν έγιναν.
Ο Νόα βρισκόταν ακόμα απέναντι της και κρατούσε αυτό το πανέμορφο δαχτυλίδι.
«Μόλις το είδα ήξερα πως αυτό το δαχτυλίδι είναι φτιαγμένο για εσένα.»έπιασε το χέρι της και ετοιμάστηκε να γονατήσει.
«Νόα!Σταμάτα...δεν χρειάζεται να το κάνεις.»
Ο Νόα πάγωσε και έριξε το τρομαγμένος το βλέμμα του πανω της.
«Νόμιζα πως...»φρικαρισμένος μαζεύτηκε και πήγε να σηκωθεί όρθιος όμως η Ρενέ όρμησε και του έδωσε ένα φιλί που τον άφησε ξέπνοο.
«Οχι!Εννοώ,ναι!Θέλω να σε παντρευτώ..αν δεν ήθελα δεν θα ήμουν εδώ με αυτό το φόρεμα.
Απλά δεν χρειάζεται να γονατίσεις,ήδη νομίζω πως ονειρεύομαι και πως σε λίγο θα ξυπνήσω μόνη πίσω στην Νέα Υόρκη.»ο Νόα έβγαλε μία ανάσα ανακούφισης και άφησε ένα γελάκι να βγει από το στόμα του.
«Άσε με να το κάνω σωστά.»την παρακάλεσε και αμέσως γονάτισε και της πρόσφερε το δαχτυλίδι.
Η Ρενέ άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της και εκείνος το πέρασε στο δαχτυλό της.
«Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Εκείνη σωριάστηκε πάνω του αφήνοντας τον να την πιάσει και να την σφίξει στο στήθος του,τόσο που δεν μπορούσε να ανασάνει παρά μόνο να ψελλίσει ένα:«Ναι.»
«Με αγαπάς;»την ρώτησε σαν μικρό παιδί.
«Σε λατρεύω.»του είπε σκουπίζοντας τα δάκρυα συγκίνισης που είχαν τρέξει στα μάγουλα της.
«Από την στιγμή που μπήκες στην ζωή μου ήθελα να σε παντρευτώ.Προσπάθησα να αντισταθώ στα θέλω μου και να συνεχίσω να πενθώ την άδικη ζωή μου,αλλά με μία ηλιακτίδα στο σπίτι μου πως μπορούσα;»
«Συγνώμη που έφυγα.»κλαψούρισε και έκρυψε το πρόσωπο της στον λαιμό του βρέχοντάς τον με τα δάκρυα της.»Συγνώμη που σε άφησα να φύγεις.Έλα τώρα μικρή μου μην κλαις.Όλα πέρασαν!»
Σήκωσε το πρόσωπό της και τα μάτια της κοίταξαν τα δικά του.«Ξέρεις πως δεν φταις εσύ,εγώ ήμουν επιπόλαια και χαζή και νόμιζα πως θα ήμουν ξανά ευτιχισμένη στο ασφηκτικό γραφειάκι μου στην Νέα Ύορκη...νόμιζα πως αγαπούσα την δουλεια μου,αλλά δεν αγαπώ τίποτα όσο αγαπώ εσένα.»εκείνος γέλασε κολλημένος στα μαλλιά της.
«Πόσο μου αρέσει να το λες αυτό!»
«Ότι σ'αγαπώ;Μα αλήθεια σε αγαπώ!»έπεσε ξανα στην αγκαλιά του γελώντας ευτιχισμένη.
«Λοιπόν τέλος οι μελοδραματισμοί!Έχουμε και έναν γάμο να προλάβουμε.»

Η Ρενέ βγήκε στην απογευματινή λιακάδα.
Το φόρεμα της μαζεύτηκε σαν σύννεφο στο πρώτο σκαλοπάτι.
Το μάζεψε και χαμογέλασε στον Νόα που στεκόταν απέναντι της,ακομπούντας το σώμα του στο μαύρο τζιπ.
Φορούσε ένα μαύρο κουστούμι με κρέμ γραβάτα και ασορτί χρώμα το μαντίλι στο πέτο,αλλά δεν είχε καμία σημασία τι φορούσε.Ότι και να έβαζε πάντα θα ήταν ένας πανέμορφος άντρας.
Ανασήκωσε το φόρεμα της και κατέβηκε τις σκάλες προσεχτικά πλησιάζοντας τον.
Ο Νόα της πρόσφερε το μπουκέτο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα που κρατούσε και άφησε ένα φιλί στην αναστροφή του χεριού της.
«Μπορώ να φιλήσω την νύφη;»την ρώτησε με έναν πονηρό τόνο και εκείνη χωρίς να χάνει χρόνο ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του,δινοντάς του ένα παθιασμένο φιλί.
«Λοιπόν πάμε;Μην δίνουμε στόχο και μας ανακαλύψουν.»είπε και κοίταξε νευρικά γύρω της.
«Μην ανυσηχείς,όλοι είναι στις δουλειές τους και η Ελίζ κρατάει τα παιδιά με την πρόφαση πως έχουμε να κάνουμε κάποια ψώνια στην πόλη.»η Ρενέ έγνεψε και πλησίασε το αυτοκίνητο για να μπει στην θέση του συνοδηγού.
Αντέγραψε και ο Νόα τις κινήσεις της και έτσι έβαλε μπροστά το αμάξι με προορισμό το εκκλησάκι στον ποταμό που είχαν συμφωνήσει.

Το τοπίο της έκοψε την ανάσα.
Κοίταξε γύρω της και η καρδιά της φούσκωσε από ευτιχία.Ο ουρανός είχε πάρει μία σκούρα ρόδινη λάμψη και αντανακλούσε το χρώμα στον μπλε ποταμό.
Βγήκαν και οι δύο από το αυτοκίνητο και ακολούθησαν το δρομάκι που οδηγούσε στο μικρό εκκλησάκι.Όταν έφτασαν εκεί μία απροσδόκητη έκπληξη τους περίμενε.
Όλη η οικογένεια τους βρισκόταν εκεί και τους αντίκριζαν με χαμόγελα.
Ο Νόα κοίταξε την έκπληκτη Ρενέ και έβαλε τα γέλια.Η Ρενέ τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της,αλλά δεν φαινόταν θυμωμένη...ίσα ίσα τα μάτια της έλαμπαν από χαρά και ευτιχία.
«Βρε παλιόπαιδα.»είπε με ψεύτικη αυστηρότητα και όλοι λύθηκαν στα γέλια.
Έστρεψε το βλέμμα της στον Νόα και τον ευχαρίστησε άηχα.
«Ήξερα πως καταβάθως τους ήθελες όλους εδώ.»ψυθίρισε στο αυτί της καο εκείνη χαμογέλασε.
«Θα σε τιμωρήσω αργότερα,τώρα ας παντρευτούμε κύριε Ντείβις.»έπλεξε το χέρι της μέσα στο δικό του.
«Αχ ανυπομονώ να με τιμωρήσεις κυρία Ντέιβις.»της έκλεισε το μάτι και την τράβηξε μέσα στο εκκλησάκι.

Χαλοοο....

Ανέβασα γρήγορα δεν μπορείται να πείτε.
Αχχχ αυτο το ζευγάρι με έχει στοιχιώσει και τελειώνει σιγά σιγά γαμώτο.
Όσο περιμένουν κεφάλαιο στην ιστορία του Άντριαν και της Αλίσιας στις επόμενες μέρες θα ανέβει,απλά θέλω να τελειώσω αυτό το βιβλίο και μετά να ανεβάζω στο άλλο.

Τέλος πάντων ελπίζω να σας αρέσει...☺️
Περιμένω τα σχόλια και τα ψηφάκια σας 😄
Λοβ Υα😍

Σαν το καλό κρασιΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!