Κεφάλαιο 9ο

475 33 4

  Έκατσα στο κρεβάτι όρθια, με τα γόνατα μου να στηρίζουν όλο το σώμα μου πάνω στο κρεβάτι συνηδητοποιώντας τι θα έκανα μαζί του αν δεν είχε λυποθυμήσει. Θα το μετάνιωνα χίλια τα εκατό. Τα χάπια με παρέσυραν υπερβολικά πολύ. Άρχισα να ταρακουνάω το σώμα του Ίαν γρήγορα με σκοπό να τον ξυπνήσω. Η αλήθεια είναι πως είχα τρομάξει. Είχα τρομάξει πολύ. Άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα και άρχισα να φωνάζω το όνομα του. Τοποθέτησα το αυτί μου στο στέρνο του για να ακούσω τους σφυγμούς του και να βεβαιωθώ πως είναι ζωντανός. Μα τι στο καλό είχε πάθει; Είναι ζωντανός αλλά η καρδιά του πάει πολύ γρήγορα. Πολύ πιο γρήγορα από το συνηθισμένο. Πόση δόση πήρε τέλος πάντων; Σηκώθηκα από το κρεβάτι, φορώντας ένα γκρί κοντομάνικο φανελάκι και μια φαρδιά φόρμα ίδιου χρώματος ενώ έπειτα κατέβηκα κάτω στην κουζίνα. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν πέσει κάτω μισό-λυπόθυμοι όπως ο Ίαν από την υπερβολική δόση. Διασκορπισμένοι σε όλα τα μέρη του σπιτιού, εκτός από τον Τζέιντεν και τον Νίκολας που είχαν «ξεχυθεί» στους καναπέδες με ανοιχτά τα μάτια χωρίς να μιλάνε. Τους προσπέρασα γρήγορα φτάνοντας στην κουζίνα από την οποία πήρα ένα γεμάτο ποτήρι κρύο νερό. Γύρισα ξανά πίσω στο δωμάτιο και ο Ίαν δεν είχε συνέλθει ακόμα. Έλεγξα τους σφυγμούς του ξανά και προσπάθησα με όση περισσότερη δύναμη διέθετα να τον βγάλω έξω στο μπαλκόνι του δωματίου μου ώστε να τον χτυπήσει καθαρός αέρας και να συνέλθει. Έπειτα από υπεράνθρωπες προσπάθειες να τον σηκώσω από το κρεβάτι και να τον ντύσω, τον έβαλα να κάτσει στην μοναδική ξύλινη καρέκλα που υπήρχε στο μπαλκόνι. Άρπαξα το ποτήρι με το παγωμένο νερό, το οποίο έγινε ένα με το πρόσωπο του μετά από λίγα λεπτά κάνοντας τον να συνέλθει κατευθείαν βγάζοντας ένα μεγάλο επιφώνημα. Γύρισα τα μάτια μου ειρωνικά προς τα επάνω, και μπήκα στο δωμάτιο, αφήνοντας τον πίσω μου. 

«Εβελίν» άκουσα την μπάσα φωνή του μετά από λίγο. Γύρισα να τον κοιτάξω ενώ έβαζα εσώρουχα, που ξέχασα να βάλω πριν μαζί με τις φόρμες.

«Τι στο διάολο έγινε;» ρώτησε καθώς του έδωσα μια πετσέτα να σκουπίσει το πρόσωπο του που έσταζε από το νερό. Κάθισε στο κρεβάτι.

«Πόση δόση πήρες;» τον ρώτησα σχεδόν τσιριχτά βάζοντας την μπλούζα μου.

«Ήσουν χάλια. Ήσουν έτοιμος να με πηδήξεις Ίαν» ξεφύσησα και έκατσα στο κρεβάτι δίπλα του. 

«Σίγα ρε Εβελίνα! Λες και δεν έχεις ξανά πηδηχτεί» κι όμως, μαλάκα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοπάνησε την πόρτα πίσω του αφήνοντάς με επιτέλους μόνη. 

Έκλεισα τα φωτά και ξάπλωσα στο κρεβάτι χωρίς να νοιάζομαι ούτε για την ώρα, ούτε για το τι γίνεται κάτω αυτή τη στιγμή. Άκουσα δυνατά γέλια και μετά σιωπή, αλλά δεν έδωσα την παραμικρή σημασία. Τα μάτια μου μετά από λίγο έκλεισαν μόνα τους και έκαναν αρκετές ώρες να ξανά ανοίξουν. 

***

  Οι ηλιαχτίδες του ήλιου έδωσαν φως σε κάθε σημείο του δωματίου κάνοντας με να ανοίξω τα μάτια. Η ζαλάδα και ο πονοκέφαλος ήταν πιο ενοχλητικός και εμφανής από το χθέσινο βράδυ που ανεχόταν. Με χίλια ζόρια, πάτησα γερά στα πόδια μου και τα έσυρα μέχρι τον νυπτήρα του μπάνιου. Άνοιξα το ντουλάπι με το όνομα «φαρμακείο» και άρπαξα μια ασπιρίνη από μέσα ενώ την κατάπια. Τα πόδια μου σύρθηκαν ξανά μέχρι το σαλόνι. Οι περισσότεροι ήταν εκεί από εχθές λυπόθυμοι ή κοιμησμένοι ενώ τα μπουκαλάκια με τα ναρκωτικά είναι άδεια πάνω στο τραπέζι και στο πάτωμα. Έσμηξα τα φρύδια μου μεταξύ τους από το θέαμα και κατευθύνθηκα στην κουζίνα, αρπάζοντας μια μεγάλη μαύρη σακούλα. Γύρισα στο σαλόνι, και πέταξα τα άδεια μπουκάλια μέσα στην μαύρη σακούλα αχρήστων καθαρίζοντας αμέσως το οβάλ τραπέζι. 

«Μέρα» άκουσα την εύθυμη φωνή του Τζέιντεν.

«Καλημέρα Τζέι» ανταπέδωσα - όχι με τόσο εύθυμη φωνή συνεχίζοντας να μαζέυω τα άδεια μπουκάλια.

«Θα βγω, θες τίποτα;» ρώτησε φορώντας τις μαύρες αρβύλες του.

«Πήγαινε κάψε αυτά» σχεδόν διέταξα δίνοντας του την πλέον δεμένη σακούλα.

«Έγινε» την άρπαξε από τα χέρια μου και βγήκε έξω από το σπίτι.

Συνηθίζαμε να καίμε τα μπουκάλια με τα ναρκώτικα και ότι άλλο είχε σχέση με αυτό για να μην δίνουμε στόχο, και για να μην βρει κανένας τα ναρκωτικά μέσα στις σακούλες στα σκουπίδια. Θα βρίσκαμε μεγάλο μπελά, άσχετα που δεν θα ήξεραν σε ποιον ανήκουν. Έμεινα αποσυντονισμένη να κοιτάω την πόρτα από όπου είχε φύγει ο Τζέιντεν πριν λίγα μόλις λεπτά.

«Fear, όλα καλά;» αυτός ήταν ο Νίκολας.

«Ναι» απάντησα ξερά εντελώς ασυναίσθητα γυρνώντας προς το μέρος του καθώς προσπάθησα να τον προσπεράσω αλλά με κράτησε από το μπράτσο φέρνοντας με μπροστά του, λίγα μέτρα πιο μακριά από αυτόν. 

«Τι έγινε χθες με τον Ίαν;» ρώτησε επιφυλακτικά με την περιέργεια καθαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

«Τίποτα» είπα αδιάφορα θέλοντας ξανά να τον προσπεράσω αλλά έκανε ξανά το ίδιο με πριν και με έφερε μπροστά του. Δεν έδωσα σημασία και έφυγα στο δωμάτιο μου κλειδώνοντας την πόρτα πίσω μου. Δεν θέλω να μάθουν ότι δεν το έχω ξανά κάνει. Χθες με τον Ίαν, θα ήταν η πρώτη μου φορά και κανένας δεν τον ξέρει. Δεν θέλω να το μαθεί κανείς, ποτέ. Αυτό που θα γινόταν χθες θα ήταν ένα τεράστιο λάθος. Η πρώτη μου φορά, Θεέ μου. Το φοβάμαι. Είναι το μόνο πράγμα που φοβάμαι γιατί θυμάμαι. Θυμάμαι τα παλιά.

FearΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!