...«Και νιώθω άσχημα που το λέω αυτό»...{14}

1.2K 184 3

Συμβαίνει καμιά φορά, η γυναίκα να κρύβει όλο το πάθος που αισθάνεται για έναν άντρα και εκείνος να προσποιείται όλο το πάθος που δεν έχει.
Jean de La Bruyère, 1645-1696, Γάλλος συγγραφέας

Κανένας δεν μπορούσε να νικήσει αυτό που ένιωθε...

Είχε περάσει μία καταραμένη εβδομάδα μετά από αυτό το συμβάν.
Η Ρενέ δεν είχε δει ποτέ τον Νόα σε αυτή την κατάσταση,φαινόταν εξαγριομένος,τόσο που φοβόταν μην της κάνει κακό.
Μετά την βόμβα που της είχε πετάξει είχε φύγει από το σπίτι σε άσχημη κατάσταση και εκείνη σαν ηλίθεια ανησυχούσε μήπως του συνέβαινε κάτι.Ήταν αρκετά μεθυσμένος και εξαγριομένος,δεν ήθελε πολύ ο άνθρωπος.
Όλη αυτή την εβδομάδα δεν τον είχε δει καθόλου και αυτό την πονούσε πολύ.Ξυπνούσε αξημέρωτα για το οινοποιείο ώστε να μην την συναντάει και γυρνούσε τα μεσάνυχτα.Πολλές φορές δεν γυρνούσε!Ο Μαρκ της είχε πει πως την έβγαζε στο οινοποιείο,έβλεπε τις κουβέρτες και το μικρό ράτζο δίπλα από το μηχάνημα εμφιάλωσης.
Η κατάσταση είχε γίνει απελπιστική.Ήταν στιγμές που ευχόταν να βρίσκεται στην Νέα Υόρκη,πίσω στην εργασιομανία της,στην άψυχη-χωρίς σασπένς-ζωή της.
Εκεί τουλάχιστον απασχολούσε το μυαλό της μόνο με τα θέματα της δουλειάς,σε αντίθεση με εδώ που όλο το παρελθόν της είχε χτυπήσει την πόρτα.
Έπρεπε να φροντίζει ένα μικρό κορίτσι,που κανένας δεν έτρεφε συναισθήματα για εκείνο,έπρεπε να αντέχει τις απανοτές μαχαιριές του Νόα,που το διάστημα που έμενε εκεί την χτυπούσαν αλύπιτα,να αποτρέπει τον εαυτό της από το να αισθάνεται πράγματα για αυτόν τον αγριάνθρωπο,που κάποτε είχε δει γλύκα μέσα του,και την είχε γοητέυσει.Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά,τώρα ένα νέο-βόμβα είχε σκάσει,από το στόμα του Νόα για την καλήτερη της φίλη.Μήπως τελικά δεν την ήξερε όπως έπρεπε;
Μήπως εικοσιοχτώ χρόνια η Αμέλια ήταν ένα ψέμα;Ένα πανέμορφο,καλοσχηματισμένο ρομποτ που σαγίνευε,αλλά τα μέσα του ήταν καμμένα και κατεστραμένα ολοσχαιρός;Ανατρύχιασε!

Χάιδεψε το απαλό προσωπάκι της μικρής της πριγκίπισσας.Το πριγκιπισσάκι της,που της είχε κλέψει την καρδιά για τα καλά.
Ήταν ώρα για ύπνο.Η Αλίσια σίγουρα θα γκρίνιαζε,επειδή θα ήθελε να τελειώσει πρώτα το κινούμενο σχέδιο που έβλεπε,αλλά η ώρα η έντεκα και μισή και είχε παραβεί τα όρια.
«Μικρή μου θα βάλουμε μπιτζαμούλες και θα πλύνουμε δοντάκια για να πάμε για ύπνο;»η Άλι ζάρωσε το προσωπάκι της κουνόντας αρνητικά το κεφάλι.
«Μικρή μου είναι αργά,άντε να κοιμηθείς για να πάμε το πρωί στην πόλη.Στον θείο και την θεία.»
Τα μάτια της άστραψαν και πήδηξε από τον καναπέ πανικόβλητη.Η Ρενέ γέλασε με την ψυχή της.Πόσο λάτρευε αυτή την παιδικότητά της.
«Τι είχα χάσει τόσα χρόνια;»αναρωτήθηκε.Αν τώρα είχε μια όμορφη οικογένεια,έναν άντρα να την αγαπάει και ένα παιδάκι,δεν θα χρειαζόταν να έρθει εδώ.Ώστε να προσέχει το παιδί της καλήτερής της φίλης.
Έκλεισε βαριεστημένα την τηλεόραση και ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στα δωμάτια.
Μόλις είδε την μικρή στο κρεβάτι της να την περιμένει ξύπνια,με ένα βιβλίο στο χέρι,χαμογέλασε πλατιά.
Σχεδόν κάθε βράδυ διάβαζε ένα υπέροχο παραμυθάκι στην Αλίσια.
«Μια φορά και έναν καιρό..»ξεκίνησε να εξιστορεί,μα ένα γδούπος την διέκοψε.Θα ορκιζόταν πως στην πόρτα είχε δει τον Νόα να τους κοιτάζει.
«Όλα είναι κατασκεύασμα της φαντασίας σου καλή μου.»μουρμούρισε στον εαυτό της και συνέχισε να διαβάζει το παραμυθάκι.
Όταν η Αλίσια είχε πλέον κοιμηθεί,βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο δικό της ώστε να αλλάξει και να ξαπλώσει.
Ο Νόα ήταν για ακόμα μια φορά άφαντος.Δεν της έκανε εντύπωση,είχε συνηθήσει να είναι μόνη της στο σπίτι.
Ο γδούπος από το κάτω πάτωμα την έκανε να αναπηδήσει από το κρεβάτι.
Ήλπιζε να είναι ο Νόα και όχι ένας μανιακός δολοφόνος.
Για καλό και για κακό πήρε το πορτατίφ που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι της και το έσφηξε στα χέρια της.
Αν ήταν κανένας κλέφτης και της επιτεθόταν θα τον χτυπούσε με αυτό.
Αργά αργά άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά,όμως το θέαμα που αντίκρισε την έκανε να σταματήσει και να χαθεί στις σκιές,μήπως την έπερνε χαμπάρι και το έβαζε για ακόμα μια φορά στα πόδια.Γιατί μπορεί να έφταιγε και αυτή,αλλά εκείνος ήταν ένας δειλός άντρας που δεν αντιμετώπιζε μία γυναικούλα.Δεν της έδινε εξηγήσεις,όπως άρμοζε!
Κοίταξε τον άντρα απέναντι της και πήρε μία βαθειά ανάσα.
Δεν φορούσε και πολλά ρούχα,μονάχα το ξεφτυσμένο του τζιν και τα παππούτσια της δουλειάς.
Από πάνω ήταν ολόγυμνος και ηΡενέ  δεν μπορούσε να μν θαυμάσει τις φαρδιές του,αντρικές,δυνατές πλάτες.
Στεκόταν στο σαλόνι,κοιτόντας την φωτιά που ανάβληζε από το ενεργιακό τζάκι.Με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι και σιγομουρμούριζε ακαταλαβίστηκα πράγματα.
«Αμέλια,συγνώμη που στο έκανα αυτό καρδιά μου.Συγνώμη που δεν αγαπάω το παιδί μας.Την μικρή μου,πανέμορφη κόρη.Απλά δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την κατάσταση.Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος και όμως δεν μπορώ.»η Ρενέ είδε δάκρυα να τρέχουν από τα υπέροχα μάτια του.
«Συγνώμη που δεν είμαι δυνατός,συγνώμη που λύγισα.Θα διορθωθώ.Νοιάζομαι,νοιάζομαι για το παιδί μου,απλά η Ρενέ,αυτή η ξελογιάστρα μάγισσα μου το κάνει δύσκολο.Με κάνει να αισθάνομαι περίεργα.Με κάνει να χάνω τονσεςέλενγχο.Παλιά έλεγα πως απλά την ποθούσα επειδή είναι ωραία γυναίκα αλλά που να πάρει δεν είναι μόνο αυτο.Και νιώθω άσχημα που το λέω αυτό.» Η Ρενέ ένιωσε το κορμί της να αντιδράει στα λόγια του.Τα μάτια της είχαν βουρκώσει.Δεν την μισούσε!Αυτό και αν ήταν αποκάλυψη!

Τα σχόλια δικά σας

περιμένω σχολιάκια και γνώμες.Μικρό ξέρω,απλά δεν έχω πολύ έμπνευση,οταν έρθει τα λέμε ξανά.

Σαν το καλό κρασιΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!