...«Δεν καταλαβαίνω γιατί γελάς!»...{07}

1.4K 181 7

Το πιο βασανιστικό μαρτύριο δεν είναι η κόλαση. Κόλαση είναι η άδεια καρδιά.
Χαλίλ Γκιμπράν, 1883-1931, Λιβανοαμερικανός ποιητής & φιλόσοφος

Δύσκολες ώρες,δύσκολες στιγμές..

Ο Νόα ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κοιτούσε το λευκό ταβάνι,ανημπορος πλέον να κοιμηθεί άλλο.
Ήταν άλλωστε ώρα να σηκωθεί,άλλωστε,και να δραπετεύσει στο οινοποιείο,πριν η Ρενέ και η Αλίσια καταλάβουν το σπίτι.
Το σπίτι πλέον δεν ήταν ένα ήσυχο καταφύγιο.Η επιστροφή στο σπίτι πλέον δεν ήταν ένα ήσυχο προσκήνημα στο παρελθόν που θα μπορούσε να βρεθεί μόνος με τις αναμνήσεις του.
Εκείνες βρισκόντουσαν εκεί μόνο μία εβδομάδα και είχαν κάνει την ζωή του κόλαση.Η καθημερινή φιγούρα της Ρενέ τον ενοχλούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο και για αυτό το λόγο απέφευγε να βρίσκεται στο σπίτι και γύριζε λίγο πριν τις δώδεκα το βράδυ,ώστε η Αλίσια να έχει κοιμηθεί και η Ρενέ να έχει απομονωθεί στο δωμάτιο της.
Χασμουρήθηκε πλατιά.Ο ύπνος ήταν τόσο άπιαστος το χθεσινό βράδυ,όπως και κάθε βράδυ άλλωστε.Από τότε που η Ρενέ τον είχε κατηγορήσει για την συμπεριφορά του ότι δεν ήταν φυσιολογική.Τα λόγια της τον είχαν πονέσει.Στα μάτια της μπορεί να φαινόταν αδιάφορος,απόμακρος,ψυχρός και αναίσθητος αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν κάθε φορά που τον κοιτούσε στα μάτια αυτό το πλασματάκι.Κάθε φορά που έβλεπε μία μινιατούρα της Αμέλιας καθισμένη μπροστά του απασχολημένη με τις χιλιάδες κούκλες της.
Κατάφερε να ξεπεράσει το σοκ του πόνου,όμως η αίσθηση της απώλειας που τον ακολουθούσε τον διέλυε με τρόπους που δεν ήθελε καν να παραδεχτεί.Και έπειτα ήταν ο φόβος-ένα απαίσιο,παράλογο κτήνος που θέριευε στο στήθος του και απειλούσε να τον καταβροχθήσει.Τι θα γινόταν αν η Αλίσια αρρώστενε ή τραυματιζόταν;Αν εκείνος δεν προλάβαινε ή δεν ήξερε τι να κάνει;Ήταν μοα αβάσταχτη αίσθηση ευθύνης,που μειωνόταν ελαφρά μόνο από την επίγνωση οτι η Ρενέ ήταν εκεί για να επωμιστεί το μεγαλήτερο βάρος.

Και η Ρενέ διάολε,εκείνη..εκείνη και αν του δημιουργούσε ένα επιπλέον βάρος στο στήθος.Κοντά της δεν μπορούσε να ελένξει τον εαυτό του,του έπερνε το μυαλό με τα μεγάλα πράςινα μάτια της και το προςβλητικό τόνο στην φωνή της,που ενώ φαιρόταν στους άλλους υπέροχα και φαινόταν τόςο γλυκιά και καλή,σε εκείνον έβγαινε η κακιά της πλευρά που τον ξεςήκωνε.Ο τρόπος που του πήγαινε κόντρα και τον διόρθωνε,αυτό και αν ήταν...
Πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του και σηκώθηκε από το κρεβάτι,τραβόντας το παντελόνι που φορούσε πιο ψηλά στους γοφούς του.Όλα τα ρούχα του πλέον του έπεφταν.Η θλίψη που τον είχε χτυπήσει αυτό το διάστημα τον έκανε να ξεχνάει ακόμα και τις πιο βασικές ανάγκες,όπως το γεγονός ας πούμε του φαγητού,με αποτέλεσμα να έχει ρέψει.
Βαριεστημένα βγήκε από το δωμάτιο και περπάτησε στο διάδρομο με προορισμό την κουζίνα στο κάτω επίπεδο,όμως η ελαφρά ανοιχτή πόρτς του δωματίου της Ρενέ τον σταμάτησε,καθώς του έκανε εντύπωση που ήταν ανοιχτή.Συνήθως ήταν κλειστή και κλειδωμένη!
Έτσι μπήκε στον πειρασμό και κοίταξε από το άνοιγμα της πόρτας και ξεροκατάπιε καθώς ένιωσε ένα κόμπο στον λαιμό καθώς και ένα ρίγος έξαψης να διαπερνάει το σώμα του με αυτό που αντίκριζε.
Η Ρενέ κοιμόταν μπρούμητα,με ένα ελαφρο μπεζ σεντόνι να μην καλύπτει σχεδόν τίποτα και να μην αφήνει πολλά στην φαντασία,καθώς το γυμνό της σώμα έξεχε σαν κλαρί από το δέντρο.

Σαν το καλό κρασιΔιαβάστε αυτήν την ιστορία ΔΩΡΕΑΝ!