Εδώ και ώρες η Θεοφανώ προσπαθούσε να πείσει την Κερασίνα ότι δεν συνέβαινε τίποτα με τον Λάσκαρη, αφού η άλλη κοπέλα πίστευε ότι οι δυο τους έκρυβαν κάτι και όλα έδειχναν ότι δεν μπορούσε να την πείσει.
"...σου έφερε κορδέλες από τη Ρωσία!" Της μουρμούρισε για πολλοστή φορά ενώ καθόντουσαν γύρω από την φωτιά. Κάποιος είχε γιορτή στον καταυλισμό και το γιορτάζανε με φαγητό και κρασί γύρω από τις φωτιές, αλλά η Θεοφανώ δεν θυμόταν καν τι γιορτή ήταν. "Σου εξήγησα τόσες φορές. Δεν τις έφερε για εμένα. Υφάσματα εμπορεύονται, το ξέρεις. Του έδωσα τα καβούρια και υποχρεώθηκε." Η Κερασίνα ανασήκωσε τον φρύδι της και έσκυψε ακόμη πιο κοντά της. "Και γιατί του έδωσες τα καβούρια είπαμε;" Δεν θα σταματούσε ποτέ τις ερωτήσεις. "Ερχόταν εκείνος ο φίλος του, πανικοβλήθηκα γιατί δεν ήθελα να μας δει μαζί και του 'χωσα το καλάθι στην αγκάλη του."
Το κεφάλι της Κερασίνας τινάχτηκε και η Θεοφανώ της φάνηκε ότι την είδε να κοκκινίζει. "Ποιος φίλος του;" Την ρώτησε τότε με κομμένη την ανάσα. "Εκείνος, που ήταν πάντα μαζί από παιδιά; Δεν θυμάμαι πώς τον λένε..." Η άλλη κοπέλα τύλιξε το σάλι της πιο σφιχτά γύρω της. "Κοσμάς." Είπε χωρίς ακριβώς να ρωτήσει. "Ναι, μπράβο. Αυτός." Αναθάρρεψε η Θεοφανώ αλλά κάτι δεν της άρεσε στο βλέμμα της φίλης της. "Συμβαίνει κάτι;"
"Θα σου πω, αλλά όχι εδώ. Βρες μια δικαιολογία να φύγεις από το γλέντι και πες στον αφέντη ότι θα κοιμηθείς στη σκηνή μου απόψε. Μετά έλα να με βρες πίσω από τον καταυλισμό, στις καρυδιές." Η Θεοφανώ δεν την είχε δει ποτέ τόσο σοβαρή. "Δεν αρέσει στο Σπήλιο να αφήνω την Μεταξία μόνη της στη σκηνή. Μπορεί να μην με αφήσει." Η μελαχρινή κοπέλα σηκωνόταν ήδη όρθια. "Θα βρεις μια δικαιολογία." Είπε και κοίταξε το φεγγάρι. "Μην αργήσεις." Της τόνισε και γλίστρησε απαρατήρητη από την θέση της. Η Θεοφανώ την είδε να χάνετε στις σκιές και αναστέναξε πριν κοιτάξει προς το μέρος του αδερφού της.
Καθόταν όρθια μπροστά στο Σπήλιο και τον άκουγε να αγορεύει εδώ και κανένα πεντάλεπτο για το ότι δεν του αρέσει η αδερφή του να ξενοκοιμάται και ότι έτσι χαλάνε οι οικογένειες και βγαίνει το όνομα στις κοπελιές. Η Θεοφανώ στριφογύριζε τα μάτια της κάθε λίγα δευτερόλεπτα και τον άφηνε να ξεθυμάνει πριν του αντιγυρίσει τα επιχειρήματα. "...και είναι και αυτές οι αναθεματισμένες κορδέλες." Η Θεοφανώ ξύπνησε απότομα. "Τι σε πείραξαν οι κορδέλες μου τώρα;"
"Σου είπα να δώσεις και στη Μεταξία. Μου έχει φάει τη σπλήνα από την γκρίνια." Η κοπέλα άγγιξε την πράσινη κορδέλα της σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι την φορούσε ακόμη. "Η Μεταξία έχει ένα σωρό. Αυτές είναι δικές μου. Δεν έχω κρατήσει ποτέ, τίποτα για τον εαυτό μου. Αλλά αυτές δεν πρόκειται να τις μοιραστώ." Ο Σπήλιος την κοίταξε και έμπλεξε τα δάχτυλα του μεταξύ τους. "Και που είπαμε ότι τις βρήκες;" Η κοπέλα κοκάλωσε αλλά είχε έτοιμη δικαιολογία. "Τις πήρα από έναν πραματευτή. Από αυτούς τους γυρολόγους. Δεν ξέρω πώς τον λένε." Ο αδερφός της έσκυψε μπροστά και η κοπέλα ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. "Αυτά είναι σαν τα υφάσματα που εμπορεύονται τα γούδελα οι Λασκαραίοι..." "Αδερφέ, στο ορκίζομαι! Δεν έδωσα γρόσι σε κανέναν τους!" Είπε και η αλήθεια ήταν ότι δεν είπε και ψέματα. Δεν τις είχε αγοράσει τις κορδέλες. "Αλλά τέλος πάντων. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Η Κερασίνα δεν αισθανόταν καλά. Άσε με να πάω να την προσέχω. Οι δικοί της έχουν πάει να επισκεφτούν την αδερφή της. Θες να πάθει τίποτα κορίτσι πράμα; Τι θα πούμε μετά στο Δραγουμάνο;"
Οι καρυδιές ήταν πέντε λεπτά με τα πόδια από τον καταυλισμό αλλά η Θεοφανώ σιχτίριζε με το που κατάφερε να πείσει το Σπήλιο και έφυγε από κοντά του. "...αμα με έχεις φέρει εδώ πέρα για καμιά κουτουράδα κακομοίρα μου, θα σε κουρέψω." Έλεγε στον εαυτό της όταν έστριψε και είδε τα μεγάλα δέντρα μπροστά της. "Κερασίνα!;" Φώναξε ψιθυριστά. "Πού είσαι;!"
"Θεοφανώ;" Άκουσε κάποιον να λέει το όνομά της και πετάχτηκε από την τρομάρα της. Γύρισε προς το μέρος του και τον είδε μπροστά της. Ψηλός, με τα μαύρα του μαλλιά λίγο ανακατεμένα από το δροσερό αεράκι και ένα παλτό που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί το κορίτσι, ριγμένο στους ώμους του. "Τι στο καλό κάνεις νυχτιάτικα εδώ πέρα; Δεν σου έχω πει να μην γυρνάς μονάχη σου στις ερημιές; Θες να με πεθάνεις;" Η κοπέλα δεν πρόλαβε να πει τίποτα γιατί κάποιος άλλος μίλησε για εκείνη.
"Εμείς της είπαμε να έρθει." Είπε ο Κοσμάς βγαίνοντας από τις σκιές. "Όπως και σε εσένα." Ένα βήμα πίσω του, ήταν η Κερασίνα. Ο Αντρέι άκουσε τη Θεοφανώ να κοντανασαίνει και τους κοίταξε καλύτερα. "Αδερφέ, πρέπει να μας βοηθήσετε." Είπε ο Κοσμάς και ο Αντρέι πρόσεξε τα μπλεγμένα χέρια τους. "Πανάθεμά σε Βρώτσο. Θα πεθάνουμε όλοι μας." Του απάντησε ο φίλος του και ένιωσε τη Θεοφανώ δίπλα του να αρπάζει το μανίκι από το παλτό του για να στηριχτεί.
// Ελπίζω να σας άρεσε!! Πείτε μου την γνώμη σας, είτε θετική είτε αρνητική είναι ευπρόσδεκτη. Να έχετε ένα όμορφο σκ. Σας φιλώ.
YOU ARE READING
Ψεύτικοι Εραστές
FanfictionΣε ένα παράλληλο σύμπαν από αυτό της σειράς "Η Μάγισσα", ο Αντρέι και η Θεοφανώ πρέπει να βρουν μια λύση για να ενώσουν τις οικογένειές τους πριν να είναι πολύ αργά. ** Δεν μου ανήκουν οι χαρακτήρες ή η original ιστορία.
