Η Θεοφανώ βλεφάρισε και το καβούρι που κρατούσε στα χέρια της πάτησε μια τσιμπιά κάνοντας την να φωνάξει από έκπληξη και πόνο πετώντας το στην υγρή άμμο. Ο Αντρέι έκλεισε σε κλάσματα του δευτερολέπτου την απόσταση που τους χώριζε και έπιασε το χέρι της.
"Δώσ'μου να δω. Σε μάτωσε το αναθεματισμένο;" Την ρώτησε γυρνώντας το από όλες τις μεριές για να σιγουρευτεί ότι ήταν εντάξει. "Τίποτα δεν έπαθα. Μη νοιάζεσαι..." του είπε νιώθοντας τα μάγουλά της να καίνε και προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της. "Έχω συνηθίσει." Ο Αντρέι έστρεψε το βλέμμα του στο πρόσωπό της και για μια στιγμή ξέχασε πώς ανασαίνουν. "Σου έχω πει να μην έρχεσαι μοναχή σου στις ερημιές." Την μάλωσε σαν να ήταν παιδάκι. Η αντάρα που ξέσπασε στα γαλανά της μάτια που κοιτούσαν τα δικά του τον έκανε να θέλει να γελάσει, αλλά κρατήθηκε.
"Δεν είμαι δέκα χρονών πια Λάσκαρη." Του είπε τραβώντας το χέρι της απότομα από το δικό του. "Μπορώ να προσέχω τον εαυτό μου." Κορδώθηκε για να του δείξει πόσο είχε ψηλώσει. Ο Αντρέι έτρεξε το βλέμμα του πάνω της, βλέποντας το μικρό κοριτσάκι που είχε δει τελευταία φορά πριν καμιά δεκαριά χρόνια να παίζει με τις πεταλούδες στο λιβάδι, πίσω από τον καταυλισμό του, να μεταμορφώνεται στην γυναίκα που είχε μπροστά του. Της έριχνε περίπου πέντε χρόνια και τότε δεν του περνούσε καν από το μυαλό να την λογαριάσει σα γυναίκα αλλά αυτό δεν ίσχυε τώρα. Είχε γίνει πανέμορφη, με άγρια αύρα που ήταν λες και την περικύκλωνε κάνοντάς την να μοιάζει κάτι άπιαστο. "Ναι..." είπε τελικά "... δεν είσαι." Εκείνη τον κοίταξε φουρκισμένη. "Τι;" Τον ρώτησε σαν να είχε ξεχάσει για ποιο πράγμα μιλούσαν. "Δεν είσαι πια παιδάκι." Την διαβεβαίωσε κλειδώνοντας το βλέμμα του με το δικό της και εκείνη ένιωσε πάλι τη φούγα στα μάγουλά της. Τι στο καλό έπαθε; Μήπως ανέβαζε πυρετό;
"Έχει πάει αργά." Της είπε τελικά, σπάζοντας την μαγεία της στιγμής. "Θα σε ψάχνει ο άντρας σου. Τράβα σπίτι σου." Της ένευσε και εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Γιατί της φάνηκε ότι το πρόσωπό του έγινε σκληρό όταν αναφέρθηκε στον άντρα της; "Δεν έχω." Του πέταξε σαν να ήθελε να το ξεκαθαρίσει και εκείνος γύρισε το βλέμμα του απότομα πάνω της. "Άντρα." Του είπε τελικά. "Δεν έχω." Ο Αντρέι συνέχιζε να την κοιτάζει και της φάνηκε ότι τον είδε να χαμογελάει, αλλά δεν ήταν σίγουρη γιατί το επόμενο δευτερόλεπτο η παγωμένη μάσκα που είχε για πρόσωπο είχε μπει στη θέση της.
Ήξερε ότι εκείνος είχε γυναίκα. Τουλάχιστον μέχρι πριν λίγα χρόνια. Είχε ερωτευτεί μια ξένη, Ρωσίδα νόμιζε πως ήταν και την είχε κάνει γυναίκα του. Τρια μερόνυχτα γλεντάγανε και οι φωνές τους και τα τραγούδια ακουγόντουσαν στη σκηνή της Θεοφανώς η οποία ψηνόταν στον πυρετό. Η ευτυχία του όμως δεν κράτησε πολύ. Η κυρά του μια μέρα πήρε τη ζωή της με τα ίδια της τα χέρια βουλιάζοντας τον άντρα της αλλά και όλη τη φαμίλια σε βαθύ πένθος.
"...Όπως και να'χει. Κοντεύει να νυχτώσει." Έκοψε ο Αντρέι τις σκέψεις της. "Δεν σου πέφτει κανένας λόγος πότε και αν θα γυρίσω σπίτι μου Λάσκαρη." Δεν της άρεσε να της κάνουν κουμάντο και πόσο μάλλον να της μιλάει σα να ήταν κοπελούδα ο γιος των εχθρών τους. Εκείνος κάτι πήγε να της αντιγυρίσει, όταν ο Κοσμάς φάνηκε ψηλά στους βράχους να τον φωνάζει. "Εεε καπετάνιε! ΑΝΤΡΕΙ!! Πού είσαι;" Η κοπέλα πήρε μια κοφτή ανάσα και εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. "Αντρέι;" Ρώτησε πανικόβλητη και ένιωσε την καρδιά του να λιώνει. Ποτέ δεν την είχε ακούσει να τον αποκαλεί καν Αντρέα, πόσο μάλλον Αντρέι. "Μην φοβάσαι, ο Κοσμάς είναι. Δεν θα σε πειράξει." Ακούμπησε το χέρι του φευγαλέα με το δικό της και η Θεοφανώ πάγωσε.
Τον κοίταξε τρομοκρατημένη και εκείνος της ένευσε "τι; Τι έπαθες;" την ρώτησε. "Τίποτα. Πρέπει να φύγω. Να πάρε! Δεν μπορώ να γυρίσω με αυτά, θα με κατσαδιάσει ο Σπήλιος." Του είπε και του έχωσε το καλάθι της στον κόρφο φεύγοντας τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Την ίδια ώρα, ο Κοσμάς κατέβαινε από το μονοπάτι των βράχων. "Που την βρήκες ολόκληρη καλαθιά καβούρια;" Τον ρώτησε μέσα στη χαρά. Είχε καιρό να φάει τέτοιο μεζέ. "Μου τα φίλεψε μια μάγισσα." Απάντησε εκείνος περισσότερο στον εαυτό του. "Καλή; ή κακιά;" Τον κορόιδεψε ο φίλος του. "Από αυτές που σου μαγεύουν τα μυαλά με μια ματιά τους." Του απάντησε και έφαγε μια σφαλιάρα στο σβέρκο. "Χάζεψες ωρέ; Τι είναι ετούτες οι κουτουράδες;" "Χωρατά Κοσμά. Σε περιπαίζω. Έλα, πάμε."
** Κυριακούλα σήμερα, είχα χρόνο και αφού δώσατε τόση αγάπη στον πρόλογο είπα να σας ευχαριστήσω. Ελπίζω να σας αρέσει.
YOU ARE READING
Ψεύτικοι Εραστές
FanfictionΣε ένα παράλληλο σύμπαν από αυτό της σειράς "Η Μάγισσα", ο Αντρέι και η Θεοφανώ πρέπει να βρουν μια λύση για να ενώσουν τις οικογένειές τους πριν να είναι πολύ αργά. ** Δεν μου ανήκουν οι χαρακτήρες ή η original ιστορία.
